Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

αρλέτα


Έχω γεννηθεί κι έχω μεγαλώσει στην Αθήνα στο περίφημο «τρίγωνο του θανάτου». Μέχρι την εφηβεία μου ήμουνα στο Μεταξουργείο, στην Αγίου Κωνσταντίνου, μετά μετακόμισα στο κοσμικό προάστιο των Εξαρχείων όπου έμεινα όλη μου τη ζωή. Κι αυτό θεωρώ πατρίδα μου, τα Εξάρχεια.
Όποιος δεν ξέρει από μεγάλες πόλεις τα παρεξηγεί. Κι επειδή οι περισσότεροι Αθηναίοι είναι παρεπιδημούντες και όχι Αθηναίοι, είναι φυσικό αυτό. Τώρα έχω μετακομίσει στο άλλο κοσμικό προάστιο, στην Κυψέλη. Αγαπάω πολύ το κέντρο της Αθήνας, σαν ιδεολογία, ειδικά τώρα που τη βαράνε όλοι την αγαπάω ακόμα περισσότερο.
Είμαι έξω φρενών με όσα λέγονται για τα Εξάρχεια, το 99% είναι ψέματα και συκοφαντίες του αισχίστου είδους. Έχω ζήσει όλη μου τη ζωή σε αυτή την περιοχή, 50 χρόνια πάνω απ’ το Μουσείο, δεν πέρασα απλώς για να πάω σ’ ένα καφενείο ή για να διασκεδάσω ένα βράδυ. Είναι η πιο ανεκτική γειτονιά. Όχι μόνο της Αθήνας, είναι μία από τις πιο ανεκτικές γειτονιές της Ευρώπης, κάτι που είναι εξαιρετικά σημαντικό κατά τη γνώμη μου. Υπάρχουν κέντρα απεξάρτησης και τέτοιου είδους στα Εξάρχεια –όταν δοκίμασαν να φτιάξουν κάτι ανάλογο αλλού ξεσηκώθηκε όλη η περιοχή. Λες και αυτοί οι άνθρωποι δεν υφίστανται. Έχω πει προ πολλού ότι θα έπρεπε να έχουν κηρυχθεί αυτόνομο κρατίδιο. Απ’ ότι βλέπω τα καταφέρνουν σιγά σιγά οι κάτοικοι και το δημιουργούν από μόνοι τους.
Ο πατέρας μου ήταν γιατρός. Δυστυχώς για μας ήταν ιδεολόγος γιατρός, παραπάνω απ’ ότι θα έπρεπε. Το δυστυχώς το λέω επειδή δεν εκτιμάται αυτό το πράγμα, κι όπως ήταν φυσικό πέθανε στην ψάθα. Ήταν γιατρός των φτωχών, κι όχι απλά δεν έπαιρνε λεφτά, αλλά έδινε κιόλας. Πού τα έβρισκε δεν ξέρω…Η μητέρα μου ήτανε από καταγωγή αρχόντισσα και στη συνέχεια υπηρέτρια δύο παιδιών κι ενός συζύγου, πράγμα το οποίο δεν ξεπέρασε ποτέ της. Έχω και μία αδελφή μεγαλύτερη. Εκείνο που τους ενδιέφερε, κι αυτό έγινε, ήταν να μας σπουδάσουν. Τίποτα άλλο. Και οι δυο μας σπουδάσαμε με τα μέσα της εποχής και τις δυνατότητες που είχαμε.
Έχω τελειώσει το Αρσάκειο, αλλά πριν πάω στο Αρσάκειο πήγαινα στο δημόσιο του Μεταξουργείου κι ήμουνα πάρα πολύ ευτυχής. Με πήγαν στο Αρσάκειο επειδή είχα αγριέψει πάρα πολύ, η μαμά μου ήθελε να μην είμαι τόσο άγρια –όχι ότι ξεαγρίεψα, αλλά εν πάση περιπτώσει…
Μικρή ήθελα να γίνω λούστρος. Το εξάσκησα το επάγγελμα από τα πέντε μου μέχρι τα οχτώ. Μετά δεν με έπαιρνε άλλο και σταμάτησα. Η Ομόνοια πριν από το λοξό σιντριβάνι του Καραμανλή ήταν μια ωραιότατη μαρμάρινη πλατεία με άσπρο πεντελικό μάρμαρο και πάνω εκεί ήταν τα ανθοπωλεία και οι λούστροι. Τα ανθοπωλεία πήγαν δίπλα απ’ τη Βουλή και οι λούστροι πολυτελείας εξαφανίστηκαν. Ο πατέρας μου ήταν πολύ κομψός και πολύ κοκέτης, γυάλιζε τα παπούτσια του σχεδόν κάθε μέρα και κάθε Κυριακή που βγαίναμε τα γυαλίζαμε κι εμείς. Πάντα με εντυπωσίαζαν πάρα πολύ αυτοί οι λούστροι. Έτσι, βρήκα ένα κασελάκι και κατέστρεψα κάλτσες και παπούτσια… αλλά δεν τολμούσε κανείς να μου πει όχι, γιατί ήμουν πολύ επίμονο παιδί. Μετά για ένα φεγγάρι ήθελα να γίνω άλογο. Το σίγουρο είναι ότι δεν είχα υπόψη μου κανένα επάγγελμα συγκεκριμένο. Δεν ήθελα να γίνω δηλαδή ούτε δικηγόρος, ούτε γιατρός, ούτε αρχιτέκτων. Αργότερα, αρκετά αργότερα, ήξερα τι ήθελα να κάνω. Ήθελα να σπουδάσω ζωγραφική.
Ζωγράφος δεν σπουδάζεις, γίνεσαι. Την τέχνη δεν την σπουδάζεις, την πράττεις. Είναι πράξη, είναι ποίηση. Αυτό πιστεύω. Κι αυτό που ήθελα, αυτό σπούδασα. Μπήκα στη σχολή καλών τεχνών, εξαιρετικά δύσκολο κατόρθωμα: οι μηχανολόγοι ηλεκτρολόγοι στο πολυτεχνείο ήταν ένας προς 9, εμείς ήμασταν ένας προς 20. Μάλιστα έγινα δεκτή στο εργαστήριο του Μόραλη, πράγμα το οποίο πολύ το ευχαριστήθηκα. Εντελώς τυχαία την ίδια εποχή βρέθηκα να τραγουδάω. Γνώρισα το Γιώργο Παπαστεφάνου σε μια εκδρομή την Καθαρή Δευτέρα στην Ύδρα, κι αυτός είναι υπεύθυνος για την περιπέτειά μου στο τραγούδι. Ουδέποτε μου είχε περάσει από το μυαλό να γίνω τραγουδίστρια και μεταξύ μας δε νομίζω ότι έγινα και ποτέ. Το πήρα πολύ στα αστεία για πολύ καιρό –στα σοβαρά το τραγούδι το πήρα τουλάχιστον 15 χρόνια αργότερα.
Άλλα πράγματα κάνει ένας τραγουδιστής, εγώ έκανα ακριβώς ό,τι δεν έπρεπε. Όλη μου τη ζωή. Δεν το κυνήγησα ποτέ μου, δεν έκανα καριέρα. Δεν ξέρω τι σημαίνει καριέρα. Αλλά επειδή έτσι λένε, κι εγώ έτσι πρέπει να πω. Δεν έκανα τίποτα από αυτά που συνηθίζεται. Μάλλον τα αντίθετα έκανα. Ποτέ δεν με ενδιέφερε η εμφάνισή μου, ποτέ δεν με ενδιέφερε να διαλέξω τα πιο αβανταδόρικα τραγούδια, έχω απορρίψει τραγούδια που έγιναν μεγάλες επιτυχίες και το ήξερα ότι θα γίνουν. Θεωρούσα ότι δεν μου ταιριάζουν. Άρχισα να γράφω τραγούδια σε μια εποχή όντας γυναίκα, όντας νέα και μη όντας ιδιαίτερα φιλόδοξο άτομο. Δεν ήμουν διατεθειμένη να γράψω πράγματα που να είναι ευχάριστα και χαϊδευτικά στα αυτιά, δεν μπορούσα να το κάνω. Άρχισα να γράφω τραγούδια για να πω αυτό που ήθελα και δεν ήταν και ό,τι καλύτερο. Δεν διαφημίστηκα ποτέ μου, μου έγραφαν καλές κριτικές για δίσκους που είχα κάνει δέκα χρόνια πριν. Πάντα καθυστερημένα. Όταν σε ανακαλύπτουν οι νέοι αλλάζει το πράγμα, αλλά έπρεπε να περιμένω 40 χρόνια για να γίνει αυτό;
Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ προνομιούχο για ένα πράγμα: ό,τι αγόρασα στη ζωή μου κι ό,τι έκανα το πλήρωσα με τραγούδια. Βέβαια το πλήρωσα και με την υγεία μου, καταστράφηκε –δεν ήταν και ποτέ ιδιαίτερα καλή- γιατί σε αυτή τη δουλειά πρέπει να έχεις πολύ γερά νεύρα και να είσαι και πολύ γερός. Αλλιώς δεν αντέχεις. Και δεν είχα ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Τα προσόντα μου ήταν πολύ περιορισμένα. Είχα μόνο ταλέντο στη δουλειά μου, πουθενά αλλού. Πάντα χρειάζονταν πολλά, δεν είναι μόνο σήμερα έτσι. Έχουν τη συνήθεια οι άνθρωποι να λένε ότι μία εποχή είναι τόσο διαφορετική από την άλλη, ίσως επειδή η άλλη έχει μασκαρευτεί πάρα πολύ ωραία, έχει κρυφτεί. Η δικιά μας η φουρνιά μασκαρεύτηκε τόσο καλά πίσω από το πέπλο του «είμαστε καλλιτέχνες» που κανένας δεν αναφέρει ότι είναι η χειρότερη γενιά δραχμοφονιάδων που έχει περάσει απ’ την Ελλάδα. Η δικιά μου ήταν λίγο πιο κοντά στους προηγούμενους οι οποίοι ήταν και λίγο πιο ιδεολόγοι, του πολυτεχνείου ήταν ακόμα χειρότερη. Από τη σημερινή γενιά που τη λένε χ, ψ και των 700 και μαλακίες, περιμένω πάρα πολλά. Αυτά τα παιδιά έχουν αρχίσει και ψάχνουν, έχουν αρχίσει και ξυπνάνε, έχουν αρχίσει και βαράνε και καλά κάνουν. Δεν εννοώ τη βία, το πιο βαρύ όπλο που μπορείς να χρησιμοποιήσεις είναι ο λόγος. Αν τον έχεις βέβαια…
Αυτό που με ενοχλεί στην εποχή που ζούμε είναι η πλήρης αποπνευματοποίηση των πάντων. Ανακάλυψα με τα χρόνια είτε μ’ αρέσει είτε δεν μ’ αρέσει ότι είμαι πολύ βαθιά ελληνίδα. Και για μένα ελληνικότητα σημαίνει αυτό: σημαίνει πνευματικότητα ενός πολύ συγκεκριμένου και πολύ ωραίου είδους. Είχα την τύχη να με μπάσουν σε αυτό το πράγμα άνθρωποι πολύ σημαντικοί. Είχα πολύ καλούς δασκάλους. Σημαντικούς ανθρώπους που χαίρομαι πάρα πολύ που τους συνάντησα στη ζωή μου. Πρώτη και καλύτερη ήταν μία φιλόλογος που είχα στο σχολείο, το όνομά της ήταν Αντιγόνη Στρεψιάδη η οποία ήταν μία πάρα πολύ ειδική περίπτωση εκπαιδευτικού. Με ξύπνησε 17 χρονών γιατί μέχρι τότε κοιμόμουν. Βαριόμουν αφάνταστα στο σχολείο. Με έπαιρνε ο ύπνος. Είχε σπουδάσει και θέατρο και ήταν φίλη με τον Σικελιανό και με τον Παλαμά. Στο πρώτο μάθημα μας μίλησε για τα λάθη του Αριστοτέλη και με μάγεψε.
Το καλύτερο σχολείο είναι ο δρόμος. Εκεί έμαθα τη ζωή την πραγματική. Και το ότι δεν έζησα ποτέ μου συμβατικά το θεωρώ πολύ σημαντικό. Δε νομίζω ότι είμαι αντιδραστική, απλά αυτό το οποίο πιστεύω, το υποστηρίζω. Το ζω. Είναι όπως το ροκ που δεν είναι απλά μία κουβέντα. Είναι ένας τρόπος ζωής. Δεν μπορείς να λες δηλαδή ότι είσαι ροκ και να σου σιδερώνει τα ρουχαλάκια η μαμά σου, να σε συντηρούν οι δικοί σου και είσαι ελεύθερος και ωραίος.
Θαυμάζω τους ανθρώπους που μόνοι τους κατάφεραν να ζήσουν και να φτιάξουν και σπίτι και οικογένεια. Εγώ δεν έκανα ποτέ μου οικογένεια ούτε ήθελα ποτέ μου να έχω. Θεωρώ ότι το πιο δύσκολο πράγμα που μπορεί να κάνει κανένας είναι αυτό: οικογένεια και παιδιά που θα τα μεγαλώσει και σωστά. Δεν υπάρχει πιο δύσκολο και πιο επώδυνο πράγμα και τους σέβομαι αυτούς τους ανθρώπους. Βαθιά.
Έχω να βγάλω δίσκο πάνω από δέκα χρόνια. Έτυχαν πολλά. Σε αυτά τα δέκα χρόνια είχα έξι πολύ σοβαρές αρρώστιες. Μόλις τελείωνε η μία άρχιζε η άλλη και το κλου ήταν το τελευταίο που έπαθα –απορώ γιατί βρίσκομαι εδώ και σας μιλάω. Δεν έπρεπε να είμαι εδώ κανονικά. Νομίζω ότι δεν με θέλανε εκεί που πήγαινα και με στείλανε πίσω. Τώρα κάποιο λόγο θα είχανε, αλλά δεν τον έχω καταλάβει ακόμα. Χαίρομαι ιδιαίτερα γατί αυτή η περιπέτεια της υγείας μου μού έδωσε την ευκαιρία να δω ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που με αγαπάνε, κι αυτό δεν το ήξερα. Το έμαθα τώρα και αισθάνομαι μεγάλη υποχρέωση. Συνήλθα από την αρρώστια έχοντας πολλά «χρέη» σε πολλούς ανθρώπους: στο γιατρό που με έσωσε, σε φίλους που έμειναν δίπλα μου για μήνες, σε ανθρώπους της κλινικής. Όταν συνήλθα ήμουν παράλυτη τελείως και δεν πίστευα ότι θα μπορέσω να ξαναστηθώ στα πόδια μου. Δεν μπορούσα αν κουνήσω ούτε το δακτυλάκι μου. Αν δεν είχα φίλους δεν θα ήμουν εδώ τώρα…
Φίλος δεν είναι αυτός που είναι δίπλα σου όταν περνάτε καλά. Κι εγώ είχα πολλές δυσκολίες. Όταν αρρωσταίνεις κι όταν έχεις δυσκολίες εξαφανίζονται όλοι. Ως δια μαγείας. Ακόμη και άνθρωποι που δεν το πιστεύεις ότι θα κάνουν κάτι τέτοιο εξαφανίζονται.
Πρέπει να αλλάξει η εξυπηρέτηση στα μέσα μεταφοράς. Το κατάλαβα τώρα που έχω κινητικά προβλήματα και δεν μπορώ να ανέβω σε λεωφορείο. Δεν έχουν πρόβλεψη, αυτά τα πελώρια σκαλιά ποιος μπορεί να τα ανέβει; Ούτε στο τρένο δεν μπορώ να ανέβω. Έχω ένα φίλο παραπληγικό που πήγε στην Κίνα με το καροτσάκι του και μου είπε ότι αισθάνθηκε πάρα πολύ άνετα. Σήκωνε το χέρι του και σταμάταγαν 4 ταξί. Εδώ αν ένας άνθρωπος σε καροτσάκι σηκώσει το χέρι του για ταξί, λακίζουν όλοι.
Δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις, και γερός να είσαι πέφτεις και σκοτώνεσαι. Πλήρωσαν ένα σωρό λεφτά να κάνουν πεζοδρόμια ειδικά για τυφλούς με ειδικά πλακάκια και τα 9 στα 10 οδηγούν σε κάποιον στύλο ή σε κάποιο εμπόδιο! Στο ΚΑΤ που ήμουν δύο μήνες δεν μπορούσες να πας μια βόλτα με καροτσάκι γιατί οι διάδρομοι δεν είναι κατάλληλοι, κι εκεί που ήταν οι ράμπες ήταν παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Φαντάσου στο δρόμο. Μετά μου λένε γιατί επεμβαίνουν και γίνονται χούλιγκανς οι άνθρωποι.
Πήγα στο Παρίσι κάποτε και μου είχε κάνει εντύπωση πόσοι ανάπηροι κυκλοφορούσαν στο δρόμο. Κάποιος που ήταν μαζί μου σχολίασε «πολλούς αναπήρους έχουν εδώ». Η αλήθεια είναι ότι κι εμείς έχουμε αλλά είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους. Για να μπορείς να κυκλοφορήσεις στην Αθήνα θα πρέπει να είσαι νέος, ευκίνητος, χορευτής ή αθλητής.
Αν μπορούσα να γύριζα το χρόνο πίσω θα ήμουν 40 κιλά λιγότερη. Θα ήμουνα και λιγότερο αφελής ίσως, αν και δεν με δυσαρεστεί πολύ αυτό, προτιμώ τους αφελείς από τους πολύ ξύπνιους. Ίσως να μην έκανα και κάποια λάθη που τότε δεν τα θεωρούσα λάθη. Συμπεριφοράς κυρίως.
Θεωρώ ότι έχω ζήσει μια καλή ζωή, παρόλα τα όσα έχω τραβήξει από άποψη υγείας, και από πολύ νέα. Κατά τα’ άλλα θεωρώ τον εαυτό μου προνομιούχο γιατί πόσους ξέρετε στη ζωή τους να έχουν κάνει αυτό που θέλανε; Εγώ έκανα αυτό που ήθελα και αυτό μου δίνει την ευκαιρία όσο μεγαλώνω να κερδίζω παρά να χάνω. Πιστεύω ότι αυτό είναι το μεγαλύτερο κέρδος, δεν είναι ούτε οικονομικό, ούτε πρακτικό. Είναι καθαρά ότι κερδίζεις τον εαυτό σου εάν κάνεις αυτό που θέλεις στη ζωή. Κι εγώ έκανα αυτό που ήθελα και αυτό που πίστευα. Δεν ήταν εύκολα, πιστέψτε με, κάποιες φορές ήταν πολύ δύσκολο.
Ο πιο μεγάλος μου φόβος είναι να μείνω ανάπηρη. Και να είμαι βάρος σε άλλους. Μόνο αυτό. Δεν είναι φόβος ακριβώς, δεν θα ήθελα να συμβεί. Όχι γιατί δεν μπορώ να το αντέξω, μπορώ, αλλά δεν θέλω να επιβαρύνω τους άλλους. Τίποτε άλλο.
Δεν υπάρχει ευτυχία διαρκείας. Ευδαιμονία υπάρχει. Υπάρχουν στιγμές ευτυχισμένες, υπάρχει η κατάσταση που τα έχεις καλά με τον εαυτό σου και με τους γύρω σου. Αυτό χρειάζεται δουλειά και για να το κάνεις πρέπει να έχεις χρόνο. Και ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει χρόνο. Είναι πολύ απασχολημένος με το να συσσωρεύει πράγματα. Προσωπικά δεν το είχα ποτέ αυτό, το μόνο πράγμα που συσσώρευσα ήταν κιθάρες.
Όταν ήμουνα μικρή δεν ήθελα κούκλες καθόλου, δεν μ’ αρέσανε, μόνο τις ξεμάλλιαζα και τις ξεκοίλιαζα. Και τους έβγαζα τα μάτια με πιρούνι, ήμουνα πολύ περίεργη να δω τι έχουν από μέσα. Τα έσπαγα τα παιχνίδια, κι έφτιαχνα μόνη μου τα δικά μου. Τώρα μαζεύω αυτές τις μικρές φτηνές κούκλες από τα παλιτζίδικα.
Έχω κάνει συμβιβασμούς, πάρα πολλούς. Ακόμα και το γεγονός ότι αυτόν τον καιρό δεν μπορώ να κυκλοφορήσω, δεν μπορώ καν να πάω μόνη μου σε ένα περίπτερο, είναι συμβιβασμός. Πρέπει να πάω με συνοδεία. Έχω κάνει συμβιβασμούς στην κινητικότητά μου, στην ελευθερία μου, στα θέλω μου, στις επιθυμίες μου, άπειρες φορές. Και το θεωρώ απόλυτα φυσιολογικό και νόμιμο. Όποιος πει ότι δεν έχει κάνει συμβιβασμούς λέει απλά ψέματα. Δεν μπορείς να ζήσεις αλλιώς. Και η ίδια η ζωή είναι μία σύμβαση. Μόνο στα πιστεύω μου δεν έχω κάνει συμβιβασμούς.
Ο έρωτας έχει παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή μου κι εξακολουθεί να παίζει με τη γενική του έννοια. Φοβάμαι όμως ότι κι αυτόν τον περιορίζουν. Στην πρώτη πρώτη συνέντευξη που έδωσα ο Γιώργος ο Πηλιχός με ρώτησε αν είμαι ερωτευμένη, ήμουνα 20 χρονών τότε, και του απάντησα «με τι, με άνθρωπο»; Θεωρούμε ότι ο μόνος που είναι άξιος να ερωτευτούμε είναι άνθρωπος. Εγώ ερωτεύομαι συνέχεια με πράγματα, με ζώα, με τοπία, με τα πάντα. Ελπίζω και εύχομαι αυτό να μην σταματήσει ποτέ. Μπορεί να ερωτευτώ με έναν άνθρωπο για πέντε λεπτά, επειδή πέρασε μπροστά μου κι ήταν καλή η στιγμή. Η ουσία είναι να είσαι ερωτευμένος με τον έρωτα, κι εγώ είμαι έτσι.
Νομίζω ότι είμαι πολύ παρεξηγημένη και ως καλλιτέχνις. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουνε μείνει σε ένα πολύ χαμηλότονο, απαλό και ολίγον γλυκερό κατά τη γνώμη τους πράγμα. Το γλυκερό προσωπικά ποτέ δεν το άντεξα και δεν πιστεύω ότι υπήρξα ποτέ μου γλυκερή. Πρέπει κάποιος να ακούει χωρίς να είναι προκατειλημμένος, χωρίς λάβει υπόψη αυτά που έχουνε πει διάφοροι άσχετοι. Το Νέο Κύμα μπορεί να ήταν λυρικό, μπορεί να ήταν αφελές, γλυκερό όμως δεν ήταν, πολύ σπάνια.
Είχα ευκαιρίες πραγματικές για διεθνή καριέρα. Δύο ή τρεις φορές. Δεν ήθελα ποτέ να φύγω απ’ την Ελλάδα. Κι ο λόγος για τον οποίο παρέμεινα στην Ελλάδα, ο κυριότερος, ήταν η γλώσσα. Είμαι ερωτευμένη τελείως με την ελληνική γλώσσα κι αυτό δεν θα περάσει ποτέ. Παλιότερα ένας άνθρωπος αμόρφωτος σχεδόν, που είχε τελειώσει την τρίτη δημοτικού, ήξερε να γράφει, να διαβάζει και να μιλάει καλά. Κι αυτός που ήξερε να γράφει, να διαβάζει και να μιλάει κυρίως ελληνικά ήτανε αυτομάτως καλλιεργημένος άνθρωπος. Εάν ξέρεις να χειρίζεσαι καλά [και όχι εξαιρετικά] αυτή τη γλώσσα είσαι καλλιεργημένος έτσι κι αλλιώς. Κουβαλάει πάρα πολύ πράγμα μέσα της. Σήμερα θλίβομαι γιατί τα νέα παιδιά δεν ξέρουν ανάγνωση και γραφή. Επικοινωνούν με «φραγκοχιώτικα», μια γλώσσα με λατινικούς χαρακτήρες. Πώς μπορείς να μάθεις μια ξένη γλώσσα, αν δεν ξέρεις τη δική σου; Αν δεν ξέρουν καλά ελληνικά είναι καταδικασμένα να μην μάθουν ποτέ να επικοινωνούνε σωστά σε καμία γλώσσα. Να εκφραστούν γλωσσικά. Το χειρότερο είναι ότι είναι ευχαριστημένα που δεν την ξέρουν, επειδή θεωρούν πως ο,τιδήποτε ελληνικό είναι κατώτερο.
Θυμάμαι ένα περιστατικό, πριν από πολλά χρόνια, όταν είχε έρθει στην Αθήνα μία έκθεση με έργα του Picasso. Κάποιος ηλίθιος πήρε απόφαση να φέρουν σχολεία απ’ την επαρχία να δουν την έκθεση. Παιδιά που είχαν ακούσει τον Picasso σαν όνομα, σαν σπουδαίο ζωγράφο, αλλά δεν είχαν ποτέ δει έργο του. Κάποιο παιδί έριξε μελάνη πάνω σε ένα έργο γιατί το θεώρησε βλακεία και το βρήκα πολύ φυσιολογικό. Δεν πηγαίνεις ένα παιδί να δει Picasso όταν δεν ξέρει, όταν δεν έχει δει τίποτα άλλο πέρα από Ταρζάν και κόμιξ, είναι σαν να του λες είσαι ηλίθιος. Δεν είναι απλά ακατανόητα, τον τρελαίνουν αυτά που βλέπει. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει εισαγωγή από κανενός είδους τέχνης στην Ελλάδα, πουθενά. Είμαστε απαίδευτοι σε βαθμό εγκληματικό. Με αυτό τον τρόπο υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να λένε ό,τι αρλούμπα θέλουνε και κανείς να μην αντιδρά. Ο νέος άνθρωπος σήμερα είναι πιο ενημερωμένος, μόνο ένα πράγμα δεν μπορείς να κάνεις πια, να τον κοροϊδέψεις τόσο εύκολα.
Χωρίς να το καταλάβω και χωρίς να ξέρω πώς έχω κάνει αρκετή δουλειά, μόνο που για πάρα πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα είχα σταματήσει να τραγουδάω. Όπως επί χούντας, που επί τρία χρόνια δεν μου επέτρεπαν να τραγουδήσω. Όταν τελείωσε η χούντα ήταν ν’ αλλάξω εταιρία και να πάω σε άλλη και μου παρουσιάζουν ένα συμβόλαιο που μου σηκώθηκαν τα μαλλιά όρθια, το οποίο προφύλασσε την εταιρία από καινούργια χούντα. Αυτό δεν το’ χω ξαναδεί. Είχε αυτόν ακριβώς τον όρο: σε περίπτωση που υπάρχει πάλι έκρυθμη κατάσταση το συμβόλαιο θα πάψει να ισχύει και θα αρχίσει να ισχύει ξανά όταν πάψει να ισχύει η έκρυθμη! Και αυτό ήταν η αιτία που δεν άλλαξα εταιρία. Παρέμεινα στη Λύρα.
Στην Αθήνα μου αρέσει το γεγονός ότι μπορείς να χαθείς, το γεγονός ότι μπορείς να βρεις ένα πολύ ωραίο στέκι, το φως, ακόμα και έτσι κατεστραμμένη η Αθήνα είναι όμορφη. Μου αρέσουν τα free press, τα διαβάζω, και τη Lifo τη διαβάζω, όχι απλώς την ξεφυλλίζω. Είναι πιο ελεύθερος ο τρόπος που εκφράζονται, γράφουν για πράγματα εναλλακτικά που ο τύπος δεν έγραφε ποτέ και το θεωρώ πάρα πολύ θετικό αυτό. Έκανε τη διαφορά το free press. Κάποτε διάβαζα τρεις εφημερίδες την ημέρα, αλλά τώρα δεν μπορώ γιατί έχω βαρεθεί ν’ ακούω για την οικονομική κρίση που μας έχει πνίξει, έχω βαρεθεί να διαβάζω ότι σε ένα δυο χρόνια θα καταστραφεί ο κόσμος. Γεννήθηκα τη χρονιά που έπεσε ο μπόμπα της Χιροσίμα και για πολλά χρόνια είχα αυτό το φόβο επειδή είχα δει πολλά, ο φόβος με παρέλυε.
Έχω κουραστεί από την καταστροφολογία. Γιατί μέσα από όλο αυτό να μην υπάρξει ένα γύρισμα προς το καλύτερο; Όταν βλέπω ότι κάποιος το πάει προς την καταστροφή απλά γυρίζω κανάλι ή σελίδα. Όταν είναι να γίνει μία καταστροφή θα γίνει, δεν θέλω να την ξέρω πιο πριν. Να τη ζήσω πέντε δέκα φορές ακόμα, να περιμένω με αγωνία και να ασχολούμαι μαζί της απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Δεν κοιτάμε καλύτερα να σώσουμε κανα δεντράκι από τον Ομέρ Πριόνη…
Ετοιμάζω ένα διπλό δίσκο ο οποίος είναι σε κατάσταση υλικών με παλιότερα πράγματα και καινούργια τραγούδια. Έχει σταματήσει δύο φορές για λόγους ανωτέρας βίας, για λόγους υγείας. Ελπίζω αυτή τη φορά να τελειώσει. Ήμουνα μοναχικός λύκος, εμφανιζόμουν με άλλους δυο μουσικούς και τραγουδούσα για τρεις ώρες. Αυτό δεν μπορώ να το κάνω πια. Πρέπει να εμφανιστώ μαζί με κάποιον άλλο.
Μου έχει συμβεί δυο τρεις φορές να φτάσω στη στιγμή πριν πεθάνω, αλλά ξαναγύρισα. Η ζωή μου έμαθε ότι είμαι ακόμα εδώ. Ότι τίποτα δεν είναι που φαίνεται, πρέπει να το ψάξεις πιο βαθιά. Αν είναι κάτι που δεν μπορώ, είναι η ρηχότητα. Έχω κάνει λάθη από αυτό το πράγμα, να κρίνω επιπόλαια και τώρα πια είμαι πολύ μεγάλη για να δικαιούμαι να κάνω λάθη. Δεν μπορεί να είναι κανείς στο απυρόβλητο όμως, από τα λάθη μας μαθαίνουμε. Όποιος είναι αλάθητος σημαίνει ότι δεν έμαθε τίποτα…
[η φωτο είναι του σπύρου στάβερη]