Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

thASEPidixo

Ας μιλήσουμε λοιπόν για τον ΑΣΕΠ. Στο προαύλιο, πριν την εξέταση, γυναικομάνι. Οι άντρες μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού. Έτσι ήταν στη σχολή, έτσι είναι και τώρα (το εξεταστικό κέντρο ήταν μόνο για θεατρολόγους). Φάτσες που κάτι μου θυμίζουν, παλιές συμφοιτήτριες, μισοψεύτικες αγκαλιές, κανείς δε θυμάται το όνομα κανενός άλλου, εγώ πρώτη απ’ όλους δε θυμάμαι όχι απλώς ονόματα, αλλά δυσκολεύομαι να θυμηθώ ακόμα και την ύπαρξη ανθρώπων που φαίνονται να χαίρονται πραγματικά που με βλέπουν. Ίσως φταίει που πάταγα πολύ σπάνια στη σχολή και απ’ το δεύτερο έτος και μετά καθόλου.
Κανείς δεν έχει διαβάσει, τουλάχιστον έτσι λένε, όλοι έχουν έρθει να δουν πώς θα είναι. Βρέχει όλη τη μέρα, το σχολείο είναι δίπλα σ’ ένα άλσος στο Θησείο, η υγρασία μου τρυπάει τα κόκαλα, η αίθουσα είναι ψυγείο, πώς κάνουν μάθημα εδώ μέσα τα παιδιά;
Έρχονται τα θέματα. Ερωτήσεις που οι επιστήμονες της θεατρολογίας αλλά και της φιλολογίας δεν έχουν απαντήσει ακόμα, ερωτήσεις όπου και οι τέσσερις απαντήσεις απ’ τις οποίες πρέπει να επιλέξουμε είναι λάθος, ερωτήσεις στις οποίες όσες φορές κι αν έχεις διαβάσει τα έργα αποκλείεται να θυμάσαι την απάντηση, ερωτήσεις για πράγματα που κανείς μας δεν έχει ξανακούσει ποτέ στη ζωή του, ερωτήσεις για Έλληνες συγγραφείς τόσο ελλάσονες που δεν θυμίζουν τίποτα σε κανέναν, ερωτήσεις για τον καρδινάλιο Ρισελιέ, για το τι χρώμα κάλτσες φορούσε η παραμάνα της Ερωφίλης (σχεδόν), ερωτήσεις για να έχουν όσο λιγότερους επιτυχόντες γίνεται. Και τρεις φορές περισσότερο να είχα διαβάσει, αποκλείεται να έδινα σημασία στα πράγματα που ρωτάνε, ώστε να τα θυμάμαι. Απαντάω ό,τι ξέρω, αφήνω ό,τι δεν έχω ξανακούσει ποτέ αναπάντητο, παίζω λόττο με τα υπόλοιπα που μου θυμίζουν κάτι αμυδρό.
Στην ερώτηση ανάπτυξης (συγκρίνετε τη Μήδεια με τη Νόρα του Ίψεν) γράφω ένα ωραιότατο Άρλεκιν, απ’ αυτά που μόνο εγώ ξέρω να γράφω. Μέχρι και το «χαστούκι της προδοσίας» χώνω μέσα. Όσο κι αν σπάω το κεφάλι μου, είναι αδύνατον να θυμηθώ πώς λένε τον άντρα της Νόρας (όπως και οποιονδήποτε άλλον στο έργο), γι’ αυτό και χρησιμοποιώ δεκαπέντε παραλλαγές της φράσης «ο σύζυγος της Νόρας». Μετά την τέταρτη σελίδα παπαρολογίας που θα ζήλευε και η Τζάκι Κόλινς, βαριέμαι και το κόβω.
Τη δεύτερη μέρα ήλιος και ζέστη, εγώ φυσικά φοράω γούνινες μπότες, δύο ζευγάρια κάλτσες, πουλόβερ, κασκόλ, παλτό και γάντια. Μέχρι να φτάσω στο σχολείο έχω βγάλει την κόρυζα. Στο προαύλιο συζητήσεις για τα χτεσινά. Διάφοροι που δεν απάντησαν καθόλου στην ερώτηση ανάπτυξης γιατί δεν ήξεραν ποια είναι η Νόρα (σκέφτομαι ότι είμαι πολύ τυχερή, θα μπορούσαν να είχαν βάλει θέμα για έργο που δεν ήξερα), διάφοροι που χώσανε μέσα στην απάντηση την Κασσάνδρα, θεωρώντας ότι εμφανίζεται στη Μήδεια. Οι περισσότεροι έχουν γράψει Άρλεκιν, όπως κι εγώ. Κάθε τέσσερις άνθρωποι έχουν κι από τέσσερις διαφορετικές απαντήσεις στις επίμαχες ερωτήσεις.
Έρχονται τα θέματα των παιδαγωγικών. Είναι σχετικά εύκολα. Για λόγους ισορροπίας, υποθέτω. Γράφω, γράφω, γράφω, μέχρι που με πονάει το χέρι μου. Ανησυχώ μήπως ο γραφικός μου χαρακτήρας είναι ακατάληπτος (έχω καιρό να τον δω). Στην ειδική διδακτική χώνω μέσα όλες τις επιστημονικές λέξεις που ξέρω. Το τραγελαφικό είναι ότι μ’ αρέσουν αυτά που γράφω, έχω πολλές ιδέες και στεναχωριέμαι που δε θα μου δοθεί η ευκαιρία να τις εφαρμόσω, επειδή η αναλογία είναι 1 στους 46 κι εγώ δεν ξέρω από τι ήταν φτιαγμένο το βρακί της Ερωφίλης.
Γαμημένο κράτος, μας φτύνεις στα μούτρα κι εμείς γυρνάμε και το άλλο μάγουλο. Γαμιόμαστε να μπούμε στο πανεπιστήμιο και μόλις βγαίνουμε μας πετάς τη ροχάλα του ΑΣΕΠ (και καλά εμείς, πρώτη φορά δώσαμε. Οι φιλόλογοι; Τι να πούνε οι φιλόλογοι, με τρία μαθήματα και την ιστορία της ανθρωπότητας από καταβολής κόσμου;) και μας λες «το χέζω το ελληνικό πανεπιστήμιο, ποιος καθόταν δεξιά απ’ τον Μεγαλέξαντρο το 352 στα Γαυγάμηλα ξέρεις; Δεν ξέρεις; Παρ’ τ' αρχίδια μου!».
Αυτό που με τρελαίνει περισσότερο απ’ όλα είναι που στα παιδαγωγικά που διάβαζα τόσον καιρό το μέγα ζήτημα ήτανε η μεταγνώση. Να μάθουμε στα παιδιά πώς να μαθαίνουν και ο εκπαιδευτικός δεν είναι πια ο παντογνώστης και να τους μάθουμε τρόπους να βρίσκουν τη γνώση ανά πάσα στιγμή και αρχίδια μάντολες. Το 2009, η καταλληλότητά μου για εκπαιδευτικός κρίνεται απ’ το αν θυμάμαι απ’ έξω πότε έξυσε το δεξί του ο Ρακίνας. Το ίντερνετ το ‘χετε ακούσει ποτέ, γαμώ την κοινωνία σας; Τις εγκυκλοπαίδειες, έστω; Δεινόσαυροι, ε δεινόσαυροι. Μαλάκες αγράμματοι, που βγάλατε την ύλη το καλοκαίρι και μας λέγατε να διαβάσουμε το Γλάρο και το Θείο Βάνια του ΙΨΕΝ! Σιχάματα, σας βαρέθηκε η ψυχή μου, κι εσάς και το γαμημένο το μπουρδέλο την Ψωροκώσταινά σας.
Με συγχωρείτε, παρασύρθηκα.
Τέλος πάντων, δεν ξέρω πώς έχω γράψει. Θα πρέπει να περιμένουμε να βγάλει ο ΑΣΕΠ τις απαντήσεις που αποφάσισε να δώσει σε ερωτήματα που απασχολούν ακόμα την επιστήμη. Ό,τι κι αν γίνει, εγώ είμαι μάλλον ευχαριστημένη από τις επιδόσεις μου σ’ αυτή την κωμωδία, αλλά δεν ξέρω αν θα έχω το κουράγιο να την επαναλάβω σε δυο χρόνια. Κρίμα, γιατί την ώρα που έγραφα διδακτική είχα στ’ αλήθεια πορωθεί με την ιδέα του σχολείου και των παιδιών και με τη μαγεία του να δείχνεις για πρώτη φορά κάτι που αγαπάς σε κάποιον άλλο. Αλλά φαντάζομαι ότι αυτό δεν είναι κριτήριο για να γίνεις δάσκαλος, ειδικά αν δε θυμάσαι every waking moment of every fucking day αν ο Λουδοβίκος ο 14ος γούσταρε να κάνει τον ηθοποιό στις παραστάσεις της αυλής ή αν, αντιθέτως, του καρδινάλιου Ρισελιέ δεν του άρεσε το θέατρο.
[winnie, καλά αποτελέσματα...this is for you]
trade winds