Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

love story

Φρίξος και Λέτα
«Είμαστε μαζί σχεδόν 50 χρόνια. Ήμασταν οικογενειακοί φίλοι, αλλά αν δεν επέμενε η μητέρα μου δεν θα γινόταν τίποτα. Εγώ πήγαινα σχολείο ακόμα κι Φρίξος ήταν πολύ ντροπαλό παιδί, δεν σήκωνε τα μάτια του να σε κοιτάξει».
«Ήμουν κρεοπώλης, το ίδιο και ο πατέρας της Λέτας και επειδή είχα χάσει τον δικό μου τον είχα σαν πατέρα μου. Δεν υπήρχε περίπτωση να χωνόμουν στην οικογένειά του, παρόλο που η Λέτα μου άρεσε».
«Έχασα νωρίς τη μητέρα μου και όταν αρρώστησε ήξερε τι είχε και ότι σύντομα θα έφευγε. Ήθελε έτσι να με παντρέψει να μη μείνω μόνη μου, σκέφτηκε ότι ο πατέρας μου ήταν νέος και μπορεί να ξαναπαντρευόταν. Εγώ δεν σκεφτόμουν γάμους, ήμουν 17 χρονών και διάβαζα για εξετάσεις. Ούτε ήθελα να ακούσω αυτά που μου έλεγε. Δεν μπορούσα όμως και να αρνηθώ, είπα ναι με την προοπτική να περάσω στο πανεπιστήμιο και να διαλύσω τον αρραβώνα όταν η μητέρα μου θα είχε φύγει. Αρραβωνιαστήκαμε για να της κάνω το χατίρι. Πριν πεθάνει η μητέρα μου διαπιστώνεται η καρδιοπάθειά μου. Μου είχαν πει δεν μπορείς να κάνεις οικογένεια, παιδιά, και δεν υπάρχει και τίποτα στον ορίζοντα για να διορθωθεί η κατάσταση. Το βρήκα και σαν πάτημα και το θεώρησα ευκαιρία να το διαλύσουμε. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήμουν ερωτευμένη».
«Δεν ήθελα να χωρίσουμε, έχασα τον κόσμο όταν μου το είπε. Προσπάθησα να την πείσω ν’ αλλάξει γνώμη, της έλεγα ‘μαζί θα το πολεμήσουμε’, τίποτα. Χωρίσαμε».
«Η μοίρα και η τύχη στα φέρνουν αλλιώς και δεν μπορείς να κάνεις σχέδια ερήμην τους. Του έδωσα πίσω τα χρυσαφικά και σταμάτησα να τον βλέπω. Πέρασαν μέρες και άρχισα να υποφέρω, κλάμα, δεν άντεχα να μην τον βλέπω, δεν άντεχα χωρίς αυτόν. Τότε κατάλαβα ότι τον αγαπούσα».
«Αρραβωνιαστήκαμε το 1960. Παντρευτήκαμε το 1962. Στο μεταξύ πήγαμε σε κάποιον γιατρό στην Πολυκλινική και τη χειρούργησε αλλά δεν υπήρχαν πολλές ελπίδες, δεν άλλαζε η βαλβίδα. Ήταν πολύ πρωτόγονα τα μέσα και υπήρχε πολύς πόνος. Σου άνοιγαν το θώρακα, άνοιγαν τη βαλβίδα με το δάχτυλο και γρήγορα επαστενωνόταν. Αμέσως μόλις βγήκε από την κλινική παντρευτήκαμε».
«Μας είχαν πει ότι δεν πρέπει να κάνουμε παιδιά. Μικρή και τρελούτσικη εγώ, 26 χρονών αυτός, αμέσως έμεινα έγκυος! Ευτυχώς, όλα πήγαν καλά, αλλά δεν μας επέτρεψαν να κάνουμε άλλο».
«Ήταν μια ζωή καλή. Γλεντούσαμε, πηγαίναμε θέατρο, κινηματογράφους, σε κέντρα της εποχής, χορούς… Γευτήκαμε όλα τα είδη της διασκέδασης. Παρ’ όλες τις δύσκολες στιγμές. Η ζωή είναι πολύ μικρή και πρέπει να την κοροϊδεύεις και λιγάκι. Πρέπει να εκμεταλλεύεσαι την κάθε στιγμή, βρέξει χιονίσει, ακόμα κι αν πατάς στις λάσπες».
«Μια ζωή μέσα στην αρρώστια αλλά τον είχα δίπλα μου. Σε όλη αυτή τη σχέση υπήρχε αγάπη. Αυτό είναι που σε δυναμώνει και σκέφτεσαι θετικά. Ό,τι δυσκολίες υπήρξανε ξέραμε ότι αν έπιανε ο ένας το χέρι του άλλου θα μειωνόταν. Και θα την ξεπερνούσαμε. Ήταν κοντά μου. Κι αν δεν ήταν, ήξερα ότι νοιαζότανε. Είχα την αύρα του, την έννοια του. Ακόμα κι αν δεν το ξεπερνούσα, αισθανόμουν πάντα δυνατή και είχα μια σιγουριά. Ήμουν από τους λίγους που επιζήσαμε από εκείνη την εγχείρηση. Όταν άρχισαν να αλλάζουν βαλβίδα και προσανατολιζόμουν προς εκείνη την κατεύθυνση, εμφάνισα καρκίνο του μαστού. Στη συνέχεια στους λεμφαδένες. Πάλεψα να τον νικήσω. Μετά τις θεραπείες έκανα την αλλαγή βαλβίδας στο Λονδίνο. Μου έβαλαν χοιρινή. Μετά από καμιά δεκαριά χρόνια, επειδή αυτή καταστρέφεται και δεν αντέχει πολύ έπρεπε να την αλλάξω να βάλω μεταλλική. Δεν περίμεναν να ζήσω πολύ μετά από καρκίνο και δύο επεμβάσεις».
«Είμαστε διαφορετικοί χαρακτήρες, αλλά είχαμε και έχουμε αλληλοσεβασμό. Δεν ήθελα να της κάνω κάτι που θα με πείραζε αν το έκανε εκείνη. Και νομίζω πως και έτσι ήμασταν κι οι δυο. Και στους θυμούς μας, στις διαφορές μας ποτέ δεν ξεπεράσαμε το μέτρο, δεν βριστήκαμε δηλαδή ποτέ».
«Ο πρώτος τσακωμός; Στο μήνα του μέλιτος! Είχαμε πάει στη Ρόδο με σκοπό να μείνουμε ένα δεκαήμερο. Ο Φρίξος είχε το μαγαζί και το είχε έννοια. Εγώ μέχρι τότε και επειδή ο πατέρας μου ήταν ευκατάστατος δεν ήξερα πως βγαίνει το χρήμα και τι κούραση είχε όλη αυτή η ιστορία, το να κρατάς ένα μαγαζί και να βγάζεις τα έξοδά σου. Άγριες δουλειές και δύσκολες, σηκωνόταν μέσα στα άγρια μεσάνυχτα να πάει να πάρει κρέατα. Με τα διαβάσματά μου, με την ποίηση, τα διηγήματα και λίγο μαρξισμό ζούσα στο δικό μου κόσμο. Ο Φρίξος είχε βάλει έναν υπάλληλο στο μαγαζί μαζί με την πεθερά μου, για όσες μέρες θα λείπαμε. Την τρίτη-τέταρτη μέρα τον είδα κάπως. Ήταν απόγευμα Σεπτέμβρη, μια πολύ όμορφη βραδιά και καθόμαστε στην ακροθαλασσιά. Ο Φρίξος μουτρωμένος. Κοίτα τι ωραία του λέω που είναι η θάλασσα, ήρεμη σαν λίμνη. Δεν κουνιόταν καθόλου. Τον ρωτάω την ξέρεις τη λίμνη του Λαμαρτίνου; Όχι, δεν την είχε ακουστά. Αρχίζω να του απαγγέλλω το ποίημα στα γαλλικά και να του το μεταφράζω. Κάποια στιγμή τον ρωτάω σου άρεσε; ‘Βρε δεν με παρατάς κι εσύ κι ο Λαμαρτίνος μου λέει, εγώ σκέφτομαι το μαγαζί, τι θα φάμε άμα γυρίσουμε’! Εμένα μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι. Τα μαζέψαμε και φύγαμε. Κατάλαβα ότι υπήρχαν κι άλλα πράγματα πέρα από το σχολείο, τα θέατρα και τις φίλες».
«Είδα ότι ασχολιόταν με την ποίηση και τη λογοτεχνία και ήθελα να της γράψω κάτι. Σαν λαϊκό παιδί έπαιρνα στιχάκια που πούλαγαν στα περίπτερα, τα αποστήθιζα και τα παρουσίαζα ως δικά μου. Οι φίλοι μου έγραφαν ερωτικές επιστολές του τύπου «Δια της παρούσης σας πέμπω το έτερον της ημετέρας υγείας όπερ και δι ημάς…». Αντέγραψα κι εγώ. Ούτε ήξερα τι έλεγε το γράμμα που κατέληγε: «μέσα στους γαλάζιους καπνούς του τσιγάρου μου σε βλέπω να ξεπροβάλλεις σαν θεά, σαγηνευτική μορφή…».
«Με εντυπωσίασε. Έλεγα κοίταξε να δεις ο Φρίξος πόσα ξέρει! Μαζευόμασταν με φίλους και έλεγε τώρα σταματήστε, θα απαγγείλω ποίηση: Τι έλεγε; ‘Όταν ασπρίσει το χρώμα του αράπη, τότε θα χάσω την προς εσέ αγάπη’. Μου αρέσει η ευθυμία του, η έξω καρδιά του, η εργατικότητά του, η τιμιότητά του, ήταν πιο ώριμος από μένα σε πρακτικά θέματα, κοινωνικά, επαγγελματικά, είχε μια βάση σταθερή ο Φρίξος. Και μια ευαισθησία που με συγκινεί. Τον έχω δει να κλαίει. Κρυφά».
«Όταν την ακούω να μιλάει σε κόσμο συγκινούμαι, δεν μπορώ να κάτσω ποτέ δίπλα της. Και τώρα, πριν από 20 μέρες, τη βραδιά της απονομής του αριστείου ζωής δεν άκουσα ούτε μια λέξη. Φοβόμουν πάντα να μην τη χάσω. Να σκεφτείς ότι κοιμάται τη νύχτα και σηκώνομαι και στέκομαι και την κοιτάζω να δω αν αναπνέει…»
[σεπόλια, 10/2/09]
[από εδώ]