Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

pliatsiko

περί πλιάτσικου
12/12/2008
Για όσους δεν το κατάλαβαν, το πλιάτσικο είναι και αυτό μια μορφή βίας, που ανήκει στην ίδια μεγάλη οικογένεια των βανδαλισμών. Ό,τι ερμηνεύει το ένα, ερμηνεύει και το άλλο. Κατά κανόνα, είναι απόρροια ανύπαρκτης διακυβέρνησης και κενού εξουσίας.
Οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης, κυβέρνηση, κόμματα, ΜΜΕ, δυσκολεύτηκαν αυτές τις μέρες να καταπιούν την κλιμάκωση και την εξάπλωση των καταστροφών της οργής αλλά και την πρωτόγνωρη συμμετοχή ενός ετερόκλιτου πλήθους σε αυτές. Δεν μιλάω φυσικά, για κατανόηση της κατάστασης και παραδοχή των γενεσιουργών της αιτίων, γιατί αυτό αυτόματα θα οδηγούσε στην αυτοκατάργησή τους και σε δημόσια ομολογία της χρεοκοπίας τους.
Σε σχέση όμως με προηγούμενες φορές, κατανόησαν ότι θα έπρεπε να είναι σχετικά συγκρατημένοι ως προς τους αναθεματισμούς τους, και τούτο διότι τώρα, με όσα είχαν προηγηθεί τους προηγούμενους μήνες, το λαϊκό αίσθημα δεν ήταν και πολύ πρόθυμο να τους συμμεριστεί. Για παράδειγμα, δεν θα ήταν και πολλοί αυτοί που θα δάκρυζαν στη θέα μιας φλεγόμενης Τράπεζας, ή κάποιων υποκαταστημάτων πολυεθνικών.
Το επόμενο σχέδιο, τών ως άνω διαμορφωτών της κοινής γνώμης, για την διέγερση των δακρυγόνων αδένων ήταν η επιστράτευση εικόνων από καταστροφές και πυρπολισμούς εμπορικών καταστημάτων, ενέργεια που ως γνωστόν στοχεύει κατευθείαν στην κινητοποίηση του αμυντικού ψυχικού μηχανισμού του μικροϊδιοκτήτη. Τα ΜΜΕ δεν λυπούνται, δεν συμμερίζονται, απλώς εκμεταλλεύονται. Κατασκευάζουν εχθρούς, όπως και εύκολα μπορούν να στρέψουν μερίδες πολιτών εναντίων άλλων και να πολώσουν. Αποτελούν ασταθές έδαφος για να τα εμπιστευθείς και ν’ ακουμπήσεις.
Στη συγκυρία των τελευταίων ημερών, οι σποραδικές λεηλασίες παραβιασμένων καταστημάτων ήρθαν σαν σανίδα σωτηρίας στα ΜΜΕ για να εκμαιεύσουν επί τέλους από τη σχετικά απρόθυμη κοινωνία, το μεγάλο Ανάθεμα. Διότι, άλλο να τα σπας, για να τα σπας, και άλλο για να λεηλατείς. Αν υποθέσουμε, ότι η κοινωνία ήταν πρόθυμη να κάνει ένα σκόντο ως προς το πρώτο, τον σκέτο δηλαδή βανδαλισμό, προσάπτοντάς του ανιδιοτέλεια, δεν θα ήταν πρόθυμη να κάνει το ίδιο και με το δεύτερο, τον βανδαλισμό δηλαδή μετά λεηλασίας, καθιστώντας τον ηθικά υποδεέστερο. Οι προηγούμενες όμως ιεραρχήσεις αποτελούν κατασκευάσμα μιας έξωθεν λογικής και ηθικής, που εξετάζει το ηθικό περιεχόμενο των πράξεων με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι ο βανδαλίζων. Στην πράξη δε, σπανίως το σπάσιμο των καταστημάτων δεν συνοδεύεται και από λεηλασία.
Η βία σαν αποτέλεσμα της οργής, έχει τη δική της λογική, η οποία βρίσκεται ενσωματωμένη στις ίδιες της τις αιτίες. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να την αποτιμούμε από τα αποτελέσματά της. Ενώ οι αιτίες και τα αποτελέσματά της είναι μέσα στην κοινωνία, οι δρώντες βρίσκονται στις παρυφές της ή εκτός αυτής και των κανόνων της.
Έτσι, δεν περιμένουμε να κριθούν με τα κριτήρια ενός κοινωνικά και πολιτικά ενσωματωμένου ανθρώπου που σέβεται την κοινωνία και τους θεσμούς της και ο οποίος επί πλέον, πιστεύει στον μετασχηματισμό της με την πολιτική δράση. Αυτά είναι πολυτέλειες για άλλους. Εδώ, ο ευγενής άγριος του Ρουσσώ, εφ’ όσον σπάει τους κοινωνικούς του δεσμούς μετατρέπεται σε απλό άγριο. Οι βιαιοπραγούντες δεν αισθάνονται ότι ανήκουν στο σώμα της κοινωνίας και το χειρότερο, δεν προσδοκούν ότι αυτό θα συμβεί σε κάποιο δικό τους μέλλον. Έτσι δεν τη σέβονται και είναι εντελώς ανόητο εκ μέρους μας να περιμένουμε να δείξουν φειδώ στη βιβλιοθήκη της Νομικής, για να δώσουμε ένα παράδειγμα από τους προχθεσινούς υποκριτικούς αποτροπιασμούς των καναλιών για τον πυρπολισμό της.
Το θέμα δεν είναι να κρίνουμε και να αναθεματίσουμε τη λεηλασία αλλά να καταλάβουμε βαθιά τους λόγους που τη γεννούν και να τους ανατρέψουμε.
Επιπρόσθετα, το πλιάτσικο των δημοσίων πόρων από τους κυβερνητικούς, τους ρασοφόρους και τους προστατευόμενούς τους αποτελεί τρανή απόδειξη τού πόσο όλοι αυτοί είναι έξω και μακράν της κοινωνίας.
[από
εδώ].