Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

my favourites_pt. 1


Το 2008 ήταν μια χρονιά που κατάφερα να κάνω ένα ξεκαθάρισμα στις επιλογές μου, μια χρονιά που άκουσα τα λιγότερα άλμπουμ από το 2002 που κατεβάζω συστηματικά και αρρωστημένα. Ήταν και μια χρονιά που παρόλο που θεωρείται φτωχή μουσικά [δεν είναι ούτε φτωχή ούτε κακή χρονιά] προσωπικά βρήκα περισσότερους καλούς δίσκους από πέρσι και άκουσα πιο πολύ μουσική. Αυτά που μου άρεσαν πραγματικά απ’ όσα μπορώ να θυμηθώ [είναι τα πρώτα που μου έρχονται στο μυαλό και μάλλον δεν ωφελεί να το πιέζεις και πολύ] είναι πάνω κάτω τα εξής:
~οι κυκλοφορίες της hyperdub. σχεδόν ό,τι κυκλοφόρησαν μέσα στο 2008. από τα κομμάτια του ιδρυτή της kode 9 -που φέτος έκανε ανοίγματα και σε άλλα είδη και πέρα απ’ το dubstep, ή πιο σωστά: προχώρησε παραπέρα τον ήχο που μέχρι τώρα χαρακτήριζε το είδος-, μέχρι τα ηλεκτρονικά ξεσπάσματα του rustie με τα σπασμένα, ρομποτικά breaks του και bleeps-ριπές που σε καλό soundsystem είναι αδύνατο να μην σε ταρακουνήσουν, τους ikonika, ld vs. kode9, darkstar, το καταπληκτικό έντονα λυρικό dub του cctv των l.v. & dandelion που θυμίζει το ghost town, τα δύο ep του zomby κι ένα άλμπουμ που αναβίωνε τον ήχο του 92. πάνω απ’ όλα όμως κυκλοφόρησαν ένα από τα πιο αναμενόμενα singles της χρονιάς, το cool out με το μεταλλαγμένο dancehall των king midas sound. o bug και ο roger robinson δηλαδή, σε μια θαυμάσια συνεργασία. αν κρίνει κανείς απ’ το session του bbc radio one που έκαναν ο kode 9 κι ο spaceape στο maida vale το καλοκαίρι η συνέχεια θα είναι τουλάχιστον συναρπαστική.
~ο starkey, ο hudson mohawke, o paul white, o bullion, o architeq, o mike slott, o john robinson, ο harmonic 313. η νέα γενιά των hip hoppers [instrumental κυρίως] που ανανεώνουν το είδος με ήχους ηλεκτρονικών παιχνιδιών και υβρίδια που δανείζονται περισσότερα στοιχεία από το cut & paste και τις ένδοξες μέρες της mo wax, παρά απ’ το dubstep. είναι ένας νέος μαύρος ήχος με μεγάλο ενδιαφέρον που το 2009 έχει πολλά να δώσει. το άλμπουμ του starkey ‘ephemeral exhibits’ [που πρέπει να σημειωθεί ότι κυκλοφόρησε το εξαιρετικό ep του-προάγγελο στην ελληνική creative space] ήταν γεμάτο από μετα-grime και dubstep ρυθμούς με πειραγμένα φωνητικά που κάνουν μεγαλύτερη ‘ζημιά’ απ’ ότι μπορείς να διανοηθείς στην πρώτη ακρόαση. σημαδεύουν κατευθείαν στο κέντρο των αναμνήσεων και ξαναζείς στιγμές που πίστευες ότι έχουν περάσει ανεπιστρεπτί –ξημερώματα μετά από βραδιές ξεφαντώματος και σακατεμένα όνειρα [που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ]. ένας δίσκος από έναν πραγματικά ξεχωριστό νεαρό παραγωγό από τη φιλαδέλφεια που είναι κρίμα να μην έχει την προσοχή που του αξίζει. κι αξίζει πολλά.
~το bleep n’ bass του neil landstrumm. Το πρώτο πράγμα που διαπιστώνεις ακούγοντας το νέο άλμπουμ του Neil Landstrumm είναι ότι αυτό που κάνει το χαίρεται και το απολαμβάνει, συμμετέχοντας με κάθε μόριό του, προσεγγίζοντας τη χορευτική μουσική σαν κλάμπερ που επιμένει να διασκεδάζει. Καθόλου ακαδημαϊκά, καθόλου αποστασιοποιημένα, παρόλο που έχουν περάσει 15 χρόνια από την πρώτη του κυκλοφορία. Και αυτό είναι το πιο μεγάλο του επίτευγμα: να μην μπορείς σε καμία περίπτωση να τον χαρακτηρίσεις «πρώην». Ο Neil Landstrumm [που το πραγματικό του όνομα είναι Neil Sutherland] άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με την παραγωγή στα τέλη των 90s, αφού συμμετείχε για κάποια χρόνια σε διάφορα μουσικά σχήματα. Το 1994 συνεργάστηκε με τον Christian Vogel στο θρυλικό κλαμπ Sativae του Εδιμβούργου και ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε το πρώτο άλμπουμ του στην Peacefrog του Luke Slater. Ακολούθησαν κυκλοφορίες για την Tresor, 6 χρόνια στο Μπρούκλιν, ένα σωρό 12ιντσα, χρόνια βουτηγμένα στα bleep και στο τέκνο των 140 μπιτ το λεπτό, επιστροφή στη Σκωτία. Μέχρι το προηγούμενο άλμπουμ του θα μπορούσε να τον θεωρήσει κανείς έναν τέκνο βετεράνο που δούλευε για το MTV, που θα μπορούσε να συνέχιζε να βγάζει δίσκους με τον ήχο που τον καθιέρωσε και να κάνει πετυχημένες εμφανίσεις σε κλαμπ όλου του κόσμου. Μετά από τέτοια πορεία είχε καταφέρει να αφήσει το στίγμα του ως τέκνο παραγωγός και μια αλλαγή ήταν μάλλον ρίσκο σε μια καριέρα που ήταν αναμφίβολα πετυχημένη -είναι δεκάδες οι συνάδελφοί του που συνεχίζουν για δεκαετίες απαράλλαχτοι, ακολουθώντας τη σίγουρη συνταγή. Στον περσινό δίσκο του Restaurant Of Assassins o Landstrumm έκανε μια στροφή σε πιο urban υβρίδια που μπορεί να μην ήταν καθόλου καινούργια ή «αδοκίμαστα», ήταν ωστόσο μια εξέλιξη για τον ήχο του. Τα bleeps και τα breakbeats του ήχου του Σέφιλντ και των πρωτο-ρέιβ συνδυάστηκαν πολύ πετυχημένα με το grime και το dubstep, με συμμετοχή μάλιστα των Ragga Twins σε ένα κομμάτι, θυμίζοντας τις μέρες του Death Is Not The End. O Landstrumm επιτάχυνε τις στροφές στα αργόσυρτα beat του dubstep, έκανε το ρυθμό περισσότερο upbeat, με πιο σύνθετη παραγωγή που τσακίζει. Ακόμα και για κάποιον, όμως, που είχε από πέρσι εξοικειωθεί με αυτή την αλλαγή ο νέος του δίσκος που κυκλοφορεί την επόμενη εβδομάδα είναι μια ευχάριστη έκπληξη. Το Lord For £39 είναι ένας δίσκος που δεν αποκαλύπτει από την πρώτη ακρόαση τη δυναμική του ακόμα και σε φανατικούς οπαδούς και του τέκνο και του dubstep, ακριβώς επειδή δεν ξέρεις πού ακριβώς να τον κατατάξεις. Κατ’ αρχάς είναι ένας χαρούμενος δίσκος. Όχι ακριβώς η ποπ ή uplifting πλευρά του σκοτεινού και εσωστρεφούς ήχου του dubstep, απεναντίας, κάποια κομμάτια όπως το King Of Malta είναι βαθιά μελαγχολικά, αλλά το στοιχείο του χιούμορ είναι έντονο στους τίτλους και οι ρυθμοί σχεδόν επιθετικοί. Μπορεί ο ίδιος ο Landstrumm να είχε αναφέρει ότι φτιάχνει απλά μουσική «για να κρατάει τα κορίτσια στο χορό», το υβρίδιο όμως που έχει προκύψει με τα μπάσα σε υπερβολική ένταση να ξεπροβάλλουν μέσα από «μεταλλικούς» ηλεκτρονικούς ήχους είναι γεμάτο αδρεναλίνη, αγριάδα, περισσότερο «αρσενικό», όπως το ονομάζει ο Joe Muggs στην παρουσίαση του δίσκου. Από το πρώτο ήδη κομμάτι με τη συμμετοχή του Si Begg, το Transmission, το hardstep είναι παρόν, με σκληρά, κοφτά breaks να θυμίζουν τον σκληροπυρηνικό ήχο που μεσουρανούσε το 92. Δεν έχει απαρνηθεί τις hardcore techno ρίζες του, απλά η επαφή του με το χιπ χοπ στη Νέα Υόρκη, το garage της Αγγλίας και το grime έχουν αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στις μπασογραμμές του. Η στροφή στον urban ήχο είναι ξεκάθαρη στο Shit Daddy Bass με τα φωνητικά του Carlton Kilawatt, με αναφορές στις ανορθόδοξες συνεργασίες των 90s [δες UB40 και 808 State]. Στο Little Help From Rustie σαμπλάρει κάποιο κομμάτι του πιτσιρικά που αναφέρει στον τίτλο και με τη συμμετοχή του Tobias Schmidt φτιάχνει ένα σκοτεινό p-funk κομμάτι που ακούγεται σαν μεταλλαγμένο 80s hit. Πίσω από το «σύμπλεγμα» των ειδών κρύβεται ένας παραγωγός που χρησιμοποιεί την εμπειρία του με τις κονσόλες και τα ακούσματά του για να δημιουργήσει κάτι φρέσκο και εντελώς σημερινό, παρόλο που όλα τα συστατικά είναι πλέον χιλιοακουσμένα. Αργείς να το διαπιστώσεις, αλλά είναι ένας από τους δίσκους που σε μερικά χρόνια θα θεωρείται σημείο αναφοράς.
~οι moon wiring club. με δύο δίσκους μέσα στη χρονιά, το νέο shoes off and chairs away και το an audience of art deco eyes έδωσαν την εικόνα μιας άλλης αγγλίας, συγγενικής με του ήχου της ghost box, κάνοντας αναμετάδοση ήχων ξεχασμένων, σκοτεινών και στοιχειωμένων μέσα από χιπ χοπ περάσματα και θαμπές εικόνες -σαν από χαλασμένη τηλεόραση στην ομίχλη του clinkskell. o willam blake και το hammer house of horror συναντάνε απόκοσμους ήχους και ρυθμούς που θυμίζουν τους clouddead, κι όλα αυτά σε ένα περιτύλιγμα με αισθητική περασμένων δεκαετιών [απροσδιόριστης ηλικίας και εποχής] και ένα απίθανο art concept.
The Top Ten Albums
01. flying lotus-los angeles
Ο ήχος και τα κόλπα στην παραγωγή που άφησε πίσω του ο J Dilla ως παρακαταθήκη βρήκαν τον ιδανικό συνεχιστή στο πρόσωπο του Steven Ellison [aka Flying Lotus]. Ο FlyLo είναι σπουδαίος [και περιζήτητος πια] παραγωγός και στο δεύτερο άλμπουμ του κατάφερε να ξαναεφεύρει τον εαυτό του, να κάνει τάση τον ήχο από τα 8-bit synths και με σύντομα, κοφτερά σαν ξυράφι beat και με ήχους από βιντεοπαιχνίδια να αποστασιοποιηθεί μουσικά από την υπόλοιπη hip hop σκηνή του L.A. Στα φουτουριστικά beat του Los Angeles ο Aphex Twin συναντάει τον Madlib, οι jazz ενορχηστρώσεις κρύβονται πίσω από drum breaks και σπασμένους ρυθμούς που συνεχώς αποδομούνται και στολίζονται με γυναικεία φωνητικά και κλειστοφοβικές, συμπυκνωμένες μελωδίες αναλογικής μοναξιάς. Ένα αριστούργημα.
02. the advisory circle-other channels
Είναι εντυπωσιακή η εξέλιξη του Jon Brooks που πριν από μερικά χρόνια υπόγραφε ως King of Woolworths και ο τρόπος που πέρασε από την ποπ σε ένα μουσικό «είδος» που χαρακτηρίζει τις κυκλοφορίες της Ghost Box. Μοναδικό και περισσότερο «αγγλικό» από οτιδήποτε κυκλοφορεί σήμερα. Νοσταλγικές ηχητικές βινιέτες δημιουργημένες από αναλογικά συνθεσάιζερ, φωνές και ήχοι από ραδιοφωνικά αρχεία και παλιές ταινίες, στοιχειωμένες μελωδίες που σε κάθε ακρόαση σου αποκαλύπτονται κρυμμένες πίσω από στρώματα distortion. Σαν να κοιτάζεις παλιές φωτογραφίες μέσα από έναν παραμορφωτικό φακό.
03. the bug-london zoo
Μια ρεαλιστικότατη καταγραφή του χορευτικού ήχου του σημερινού Λονδίνου, σχεδόν ωμά, με το dancehall και το ragga του δρόμου να γίνονται ο καμβάς για να απλωθούν πάνω του πολιτικοί στίχοι, επαναστατικά συνθήματα και οργή μέσα από ένα ιδιόρρυθμο, σαρκαστικό χιούμορ. Το London Zoo είναι πολύ περισσότερα από ένας χορευτικός δίσκος, οι στίχοι τσακίζουν, το ερώτημα που πλανάται «πώς φτάσαμε ως εδώ και πού πάμε τώρα» είναι μια κραυγή απόγνωσης που ταιριάζει ιδανικά με τα σημεία των καιρών, το Poison Dart είναι ο νέος ύμνος μιας γενιάς που ζει σε κατάσταση λανθάνουσας επανάστασης.
04. the caretaker-persistent repetition of phrases
Η λατρεία του Caretaker για τους παλιούς δίσκους 78 στροφών και τις δεκαετίες 30-50 γίνονται η αφορμή για να δημιουργήσει ένα ψηφιακό αριστούργημα γεμάτο τριξίματα από κατεστραμμένα βινίλια, τον ήχο του πιάνου και στοιχειωμένες αναμνήσεις, μέσα σε ένα σύννεφο ασάφειας και παραμορφώσεων, σαν τις «επίμονα επαναλαμβανόμενες φράσεις» που υποδεικνύει ο τίτλος του αναφερόμενος στα συμπτώματα του Alzheimer. Κάποιες στιγμές ανατριχιαστικό.
05. u.s. girls-introducing…
Μια πιτσιρίκα που διασκευάζει Kinks και Bruce Springsteen με πειραματική διάθεση, αλλά και με έναν αφοπλιστικά απλό τρόπο, ακολουθώντας το γνωμικό του Αϊνστάιν «Διατηρείτε τα πράγματα απλά. Όσο πιο απλά γίνεται, αλλά όχι πιο απλά». Η Megan Uremovich χτίζει μελωδίες πίσω από ένα χάος θορύβου και αυτοσχεδιαστικών ήχων που θυμίζουν τις Cocorosie χωρίς τις φωνητικές υπερβολές, με μια λιτότητα που είναι η αποθέωση του DIY αλλά και μια αυθάδεια…εποικοδομητική.
06. portishead-third
Δεν απομακρύνθηκαν πολύ απ’ τον ήχο που τους καθιέρωσε και τους έκανε τους εκπροσώπους ενός άκρατου μελοδραματισμού, προχώρησαν όμως, έβαλαν στοιχεία Krautrock και τα ρυθμικά ξεσπάσματα των Silver Apples κατορθώνοντας να μεταφέρουν τα συναισθηματικά αδιέξοδα και τα σκοτάδια απαράλλαχτα δέκα χρόνια μετά. Σπουδαίο γκρουπ, σπουδαίο άλμπουμ.
07. ras g & african space program-ghetto sci-fi
Το πρώτο ολοκληρωμένο άλμπουμ του πληθωρικού παραγωγού από το L.A. καταφέρνει σε 27 μόλις λεπτά και σε 12 ολιγόλεπτα instrumental κομμάτια να αποτίσει φόρο τιμής στην ιστορία της μαύρης μουσικής. Ιντερλούδια ακατέργαστης φουτουριστικής ποπ με έντονες μπασογραμμές και κοφτούς ρυθμούς, με στοιχεία free-jazz, afrobeat και με στοιχεία ψυχεδέλειας. Φρέσκος ήχος, με μέλλον.
08. gang gang dance-saint dympnha
Από τα πρώτα «κυλαριστά» bleep της έναρξης μέχρι τους tribal χαλαρούς ρυθμούς του τέλους είναι ένας απολαυστικός δίσκος μοντέρνας, χορευτικής ποπ που υπόβοσκε τα τελευταία χρόνια στο Νεοϋορκέζικο underground. Εκστατικά beat, ηλεκτρονικοί ήχοι με 80s χρώμα που φλερτάρουν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο με το παρόν, πνιγμένα φωνητικά που θυμίζουν τη M.I.A. και περάσματα grime στον πιο προσιτό δίσκο τους. Ένα ποπ διαμάντι.
09. diplo vs santogold-top ranking mixtape
Αν η Santogold κατάφερε να γίνει η καινούργια εκπρόσωπος των «επαναστατημένων» ποπ κορασίδων με το post-punk ύφος της και να προκαλέσει αίσθηση ακόμα και στο κοινό με τα πιο mainstream γούστα, εδώ μαζί με τον Diplo μεγαλουργούν, φτιάχνοντας ένα απίθανο mixtape. Ξαναδουλεύουν τα κομμάτια της, προσθέτουν φωνητικά πάνω σε μελωδίες άλλων, διασκευάζουν χιτ και ανάμεσά τους προσθέτουν στιγμές της ποπ ιστορίας. Αν το άλμπουμ της άξιζε μία φορά αυτό αξίζει δέκα.
10. gary war-new raytheonport lp
Ο Ariel Pink μπορεί να επαναλαμβάνει την τελευταία τριετία τη γνωστή μανιέρα του, κατάφερε παρόλα αυτά να γίνει το σημείο αναφοράς για ένα σωρό καλλιτέχνες που συνεχίζουν τον «ήχο του». Ο Gary War παίζει με lo-fi synths και φτιάχνει ένα μίγμα από τρυφερά φωνητικά χαμένα πίσω από κακοφωνίες και παραμορφωτές και τσαμπουκαλεμένο post punk/newwave που αναβιώνουν μια ολόκληρη εποχή. Και δημιουργούν ήδη σκηνή.