Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2008

evil


evil [Iivl]
επίθ. ανήθικος, αχρείος, φαύλος, άνομος: evil thoughts άνομες σκέψεις # δεινός, κακός, χαλεπός: evil days χαλεπές ημέρες # βάσκανος, κακόβουλος: evil fate βάσκανος μοίρα # διαβολικός, σατανικός, "πονηρός": evil spirits πονηρά πνεύματα § they played an evil part έπαιξαν σατανικό ρόλο # δυσάρεστος, απαίσιος, απεχθής: evil smell απαίσια οσμή # ουσ. δεινό, κακό, πληγή, "μάστιγα", συμφορά: evils of war δεινά του πολέμου § social evil κοινωνική πληγή # κακία, κακότητα, αχρειότητα, φαυλότητα: spirit of evil πνεύμα κακίας # ΦΡ. evil eye βασκανεία, βάσκανο/κακό μάτι, κν. μάτιασμα § evil-hearted κακόψυχος, μοχθηρός § evil hour, the η κακιά ώρα § evil-minded κακόβουλος, μοχθηρός § evil moment (of an hour), an κακιά στιγμή/ώρα § evil omen κακός οιωνός, κακό προμήνυμα § evil One, the θρησκ. ο Σατανάς § evil-smelling δύσοσμος, δυσώδης § evil-tongued φαρμακόγλωσσος § cast an evil eye on.. (α)βασκαίνω/ματιάζω τον.. § idleness is the root of all evil ! αργία μήτηρ πάσης κακίας! § necessary evil αναγκαίο κακό § of two evils choose the lesser! δύο κακών προκειμένων, το μη χείρον βέλτιστον! § speak evil of.. κακολογώ τον..
ο lou rawls τραγουδάει μοναδικά για το κακό. σε ένα από τα σπάνια soul τραγούδια με ανάλογο θέμα.
evil