Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2008

taki tsan


Πρέπει να τα περιμένεις όλα από όλους, αλλά και τίποτα από κανένα.
Αυθεντικός, ειλικρινής, καλός πατέρας. Tattoo artist αλλά και ένας «θρυλικός» ράπερ που πέρασε «δια πυρός και σιδήρου» και δήλωσε ότι εγκαταλείπει τη δισκογραφία. Σήμερα το παίρνει πίσω, δηλώνει μετανιωμένος κι επιστρέφει δριμύτερος και…σχεδόν σοφός!
Το κοινό του τον λατρεύει. Ο ηλεκτρισμός στην ατμόσφαιρα και ο ενθουσιασμός που επικρατούν στα καθιερωμένα live του τις τελευταίες Δευτέρες του Ιούνη και του Νοέμβρη είναι δύσκολο να περιγραφούν, είναι απλά μια εμπειρία. Αξέχαστη. Ο ίδιος είχε δηλώσει ότι δεν πρόκειται να ξανακυκλοφορήσει επίσημο άλμπουμ, αλλά αυτό τον καιρό δουλεύει στο στούντιο νέα κομμάτια και ετοιμάζεται για φθινοπωρινή επιστροφή [«μετάνιωσα, μου εξηγεί»]. Στο μεταξύ οι κασέτες και τα «bootleg» cd που έχει φτιάξει τα τελευταία χρόνια κυκλοφορούν χέρι με χέρι και είναι ήδη «μυθικά» κομμάτια της υπόγειας αστικής κουλτούρας. «Πολλές φορές ακούω να χτυπάνε σε κινητά κομμάτια μου, που δεν τα έχω ούτε ο ίδιος», λέει, «απορώ πού τα βρίσκουν…». Ο Παναγιώτης που έγινε γνωστός ως Taki Tsan και είναι από τις πιο αναγνωρίσιμες περσόνες του εγχώριου χιπ χοπ είναι πια 29 χρονών, πατέρας ενός τρίχρονου «σπόρου» που στη φωτογράφηση δήλωσε σοβαρά ότι ο «ο Τάκης είναι διάσημος» και πριν από λίγο καιρό απόκτησε και μια κόρη. Είναι ένας Τάκης διαφορετικός, σχεδόν αγνώριστος. Τον συναντήσαμε στο στούντιο True Love Tattoo που εργάζεται στη Νέα Ιωνία, μέσα σε μυρωδιές απολυμαντικών και περιβάλλον που θυμίζει χειρουργείο. «Απ’ αυτό ζω», λέει, «ασχολήθηκα με το ιαπωνικό tattoo γιατί αυτό με εμπνέει, αυτό μου αρέσει, και αυτή την ευχαρίστηση τη μοιράζομαι με τους πελάτες μου: το ότι δηλαδή μπορώ να κάνω ιαπωνικό τατουάζ εδώ, στην Ελλάδα. Ξεκίνησα να δουλεύω με τον Αντρέα τον Barcode πριν από οχτώ χρόνια, απόκτησα το δικό μου πελατολόγιο κι άνοιξα δικό μου μαγαζί. Ό,τι μπορώ να κάνω, το βγάζω στο τατουάζ». Την ώρα της φωτογράφησης η γυναίκα του μου εξιστορεί την πρώτη φορά που πήγαν να γνωρίσουν τους δικούς της. «Ήταν γεμάτος τατουάζ» λέει, του είπα να φορέσει μακρυμάνικη μπλούζα για να μην φαίνονται, τουλάχιστον από την πρώτη στιγμή, γιατί στην οικογένειά μου δεν είχαν γνωρίσει άλλον με tattoo. Είναι όλοι σχεδόν καθηγητές και αρκετά έξω από αυτό. Κάποια στιγμή στο φαγητό είδε η μάνα μου τα δάχτυλά του και τον ρώτησε τι σχέδια έχεις στο χέρι σου; Κι αυτός ξέρεις τι της είπε; Δεν έχω μόνο αυτό! Κι άρχισε να της δείχνει μέχρι πάνω τα χέρια και την κοιλιά! Ευτυχώς, τον λάτρεψαν».
«Έχω γεννηθεί το 1979 από Έλληνες γονείς στο Σαντιέγκο, στην Αμερική», λέει ο Τάκης, «στην Ελλάδα ήρθαμε το 1984. Ξεκίνησα με άλλα ακούσματα, πιο εμπορικά, δεν ήταν ακριβώς χιπ χοπ οι Snap! και οι Technotronik. Με αυτά κατάλαβα όμως το beat, κι επειδή η μοναδική πρόσβαση που είχαμε τότε ήταν το mainstream, ακολούθησαν ο Vanilla Ice, o MC Hammer αλλά και οι Public Enemy και Run DMC. Τις ρίμες τις ξεκίνησα λίγο πριν το γυμνάσιο. Στην πρώτη γυμνασίου με θυμάμαι να γράφω αστεία πράγματα [γελάει]. Τους Ζωντανούς Νεκρούς τους φτιάξαμε με άλλα τέσσερα παιδιά πριν από δέκα χρόνια και ήμουν πάντα ευχαριστημένος απ’ το συγκρότημα, απ’ τα παιδιά, απ’ την πορεία. Ο κόσμος μπορεί να ήθελε κι άλλο, αλλά δεν το έβρισκα απαραίτητο. Δεν τελείωσε άλλωστε, η συνέχειά του είμαστε τα ίδια τα μέλη του, το βρίσκω πιο σωστό να κινείται ο καθένας στο πεδίο που θέλει, χωρίς περιορισμούς από τους υπόλοιπους. Ίσως γίνει κάποτε κίνηση να ξαναενώσουμε το γκρουπ, είναι κι αυτό μέσα στο κόλπο… Σταμάτησα κάποια στιγμή να βγάζω δίσκους και δήλωσα ότι δεν θα ξανακάνω CD επειδή είχα ξενερώσει με τη ραπ σκηνή στην Ελλάδα. Δεν ήθελα να είμαι κι εγώ τμήμα της. Μετά σκέφτηκα γιατί να κάνω τη χάρη σε όλους αυτούς που ήθελαν να τα παρατήσω; Δεν επιστρέφω για να τους την σπάσω, θέλω όντως να εκφραστώ, το έχω ανάγκη».
«Το κοινό μου είναι πωρωμένο. Ξέρεις γιατί; Επειδή γνωρίζομαι μαζί τους. Μπορούν να έρθουν να με βρουν να μιλήσουμε, δεν θεωρώ ότι είμαι πάνω απ’ αυτούς, είμαι ένας απ’ αυτούς. Ξέρω ότι χωρίς αυτούς δεν υπάρχω. Τους δίνω φωνή, αυτά που λέω εκφράζουν μια μεγάλη μερίδα απ’ όσους με ακούνε. Ξέρω ότι προσελκύω μεγάλη γκάμα κοινού που μπορώ να τους επηρεάσω, μπορείς να δημιουργήσεις μια έκρηξη και είναι μεγάλη η ευθύνη. Δεν το κάνω. Οφείλεις να ρίχνεις τους τόνους.
Απ’ την άλλη, δεν πρόκειται να αλλάξω κάτι σε αυτά που λέω
, μεγαλώνοντας αλλάζεις απλά τον τρόπο. Προσπαθώ να το κρατάω όλο αυτό underground, κι ας το ξέρει λιγότερος κόσμος, για να μην κάνω εκπτώσεις. Θα μπορούσα να κάνω περισσότερο ποπ και να είχα πιο μεγάλες επιτυχίες, είναι τεράστια όμως η ευθύνη όταν σε ακούν 12χρονοι και 15χρονοι και δεν έχω σκοπό να αλλάξω αυτά που λέω. Δεν θέλω να χάσω το λόγο μου».
«Ξέρεις πότε είσαι πετυχημένος; Όταν μπορείς να σταθείς όρθιος και να πολεμήσεις ανά πάσα στιγμή. Όταν μπορείς να τα αφήσεις όλα πίσω σου για να προχωρήσεις. Επί τόπου. Όταν είσαι ελεύθερος. Επιτυχία δεν είναι τα λεφτά, είναι να σε αγαπάνε οι άλλοι».
«Δύναμη μου δίνει η οικογένειά μου. Και τα Coco Pops [γέλια]. Παίρνω δύναμη κοιτώντας πίσω, όταν βλέπω τι ήμουν και τι είμαι. Δεν είναι κακό να μετανιώνεις. Σημαίνει ότι κατάλαβες τι έκανες λάθος και μετά θέλεις το σωστό, το έχω κάνει πολλές φορές αυτό στη ζωή μου. Να μετανιώνω και να μαθαίνω».
«Με ενοχλούν τα πρεζόνια και οι ζητιάνοι στο δρόμο. Στεναχωριέμαι, τσαντίζομαι, γιατί σημαίνει ότι δεν υπάρχει ενδιαφέρον γι’ αυτούς, δεν υπάρχει περίθαλψη. Με ενοχλεί αφάνταστα όταν κάνεις τα νέα παιδιά άχρηστα. Θα με ρωτήσει κάποια στιγμή το παιδί μου και δεν θα ξέρω τι να του πω. Δεν είναι χειρότερος ο κόσμος απ’ ότι ήταν πριν από 100 χρόνια. Δεν το πιστεύω. Με ενοχλεί η αδιαφορία όμως και που όλοι ρίχνουμε το φταίξιμο στους άλλους. Που κοιτάζουμε να βολευτούμε και όχι να λύσουμε κάποια προβλήματα».
«Το ραπ για να το κάνεις όπως εγώ θέλει βρωμιά, θέλει λέρα. Κι αυτή τη λέρα τη σέρνω δέκα χρόνια πίσω μου. Δεν έχω μόνο κέρδος απ’ αυτό. Απ’ τα τραγούδια που λες σου μένει η στάμπα του αλήτη».
«Κάθε πρωί που ξυπνάω ευχαριστώ το Θεό που είμαι πίσω και συνεχίζω για άλλη μια μέρα. Αυτόματα, στιγμιαία, είναι ευγνωμοσύνη σε αυτό που αντιλαμβάνομαι εγώ ως Θεός, στα πάντα γύρω μου, στο οξυγόνο, στη μουσική, στο πιο μικρό μόριο. Θεός είναι και οι καλές στιγμές και οι ανάποδες. Πρέπει να αρπάζεις τη μέρα και να τη ζεις σαν να είναι η τελευταία σου».
«Η ζωή με έχει διδάξει ότι πάντα υπάρχει και κάτι άλλο να μάθεις. Ότι δεν ξέρεις ποτέ, ότι πάντα υπάρχει κάποιος καλύτερος από σένα, ότι πάντα πρέπει να κρατάς πισινή και να βασίζεσαι στον εαυτό σου. Ότι πρέπει να τα περιμένεις όλα από όλους, αλλά και τίποτα από κανένα…».
Ο Τάκης θα εμφανιστεί στο Αn club τη Δευτέρα το βράδυ. [30/6].
[υ.γ. what have you done? άσχετο, αλλά δεν μπορώ να ξεκολλήσω]