Τρίτη, 6 Μαΐου 2008

portishead_third


Πίσω στην αρχή
Είναι ακριβό το τίμημα της επιτυχίας. Ειδικά όταν έρχεται νωρίς. Η συγκλονιστική επιστροφή των Portishead αντιμετωπίστηκε μέχρι στιγμής στα μπλογκ παγκοσμίως με καχυποψία και δηλώσεις απογοήτευσης. Κι ας έφτιαξαν ένα ακόμα αριστούργημα.
Tempted in our minds / Tormented inside lie / Wounded and afraid / Inside my head / Falling through changes… Με αυτούς τους στίχους ξεκινάει το νέο -τρίτο- άλμπουμ των Portishead, έντεκα σχεδόν χρόνια μετά το ομώνυμο του 1997 και 14 μετά το Dummy. Στίχοι που εξηγούν πολλά, αρκεί να έχεις διάθεση να τους αποκρυπτογραφήσεις. Δεν ξέρω γιατί όλες -μα όλες- οι κριτικές και οι παρουσιάσεις του Third ξεκινάνε με έναν τεράστιο πρόλογο-αναφορά στις ένδοξες μέρες τους και εξηγούν πόσο σπουδαίο γκρουπ υπήρξαν για το νέο -τότε- μουσικό ιδίωμα που ονομάστηκε τριπ χοπ. Κάτι σαν επικήδειος, λες και είναι προδιαγεγραμμένη η αποτυχία του άλμπουμ ή ότι ναι μεν επέστρεψαν, αλλά… κάτι δεν πάει καλά. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς όλα αυτά που γράφονται τις τελευταίες μέρες στα μπλογκ ολόκληρου του πλανήτη για το συγκεκριμένο άλμπουμ. Διθύραμβοι, ψύχραιμα σχόλια που καταλήγουν σε συγκρατημένη αποδοχή, αλλά, κυρίως, τα χειρότερα από ορκισμένους φαν που συναντήθηκαν με την απογοήτευση. Δεν είναι σαν το Dummy -«λείπουν τα samples του Isaac Hayes και του Schiffrin και τα σκρατς απ’ τους χαλασμένους δίσκους»-, δεν είναι σαν το δεύτερο -«γιατί είναι σαν ναρκομανής που καθάρισε και χάθηκε η μαγεία»(!)- ,«έχει χαθεί η φρεσκάδα», «τα φωνητικά παραείναι στυλιζαρισμένα», ένα σωρό ατάκες που εύκολα μπορεί να γράψει κάποιος που δεν έχει ακούσει το άλμπουμ. Ή το έχει ακούσει επιπόλαια και το έχει καταχωρήσει στα folder με αυτά που δεν πρόκειται να ξανακούσει (όλες οι μέχρι τώρα κριτικές αφορούσαν την κόπια που είχε διαρρεύσει, ο δίσκος θα υπάρχει στα δισκάδικα στο τέλος του μήνα). Κι η αλήθεια είναι ότι το Third είναι ένα άλμπουμ που δύσκολα σε εντυπωσιάζει απ’ την πρώτη ακρόαση. Απαιτεί υπομονή και συνεχείς ακροάσεις για να προσέξεις ότι τίποτα εδώ μέσα δεν είναι τυχαίο. Και δεν ήταν μόνο οι εποχές που άλλαξαν, οι ήχοι που άκουσαν όλα αυτά τα χρόνια που το δούλευαν και τους άλλαξαν την κατεύθυνση, οι χωρισμοί, οι νέες οικογένειες που φτιάχτηκαν στο μεταξύ. Μόνο το γεγονός ότι έμειναν μαζί σημαίνει πολλά. «Ήταν δύσκολα, σκοτεινά χρόνια», δηλώνει ο Barrow, «ήμασταν εξουθενωμένοι, δεν υπήρχε η αίσθηση “ας κάνουμε άλλον ένα δίσκο”, οι γάμοι μας διαλύθηκαν, οι ζωές μας άλλαξαν ριζικά, υπήρξαν φορές που σκεφτόμουν ότι δεν θα γίνει ποτέ». Το μόνο που έχει μείνει ίδιο είναι η φωνή της Beth, πάντα μελοδραματική, με μια οδυνηρή χροιά που ο χρόνος τη δυνάμωσε. Είναι ανόητο να λες ότι στερείται συναισθήματος, ότι “καθάρισε” ή ότι σου προκαλεί κατάθλιψη όταν έστω και για μια στιγμή την είχες λατρέψει στο Dummy. Οι Portishead εμφανίζονται για πρώτη φορά σαν γκρουπ μουσικών, η κιθάρα πρωταγωνιστεί, υπάρχουν ζωντανά ντραμς, ήχοι που ακούγονται σαν πυροβολισμοί, γιουκαλίλι, βιολιά, ήχοι από συνθεσάιζερ που δεν έχουν καμιά σχέση με αυτούς που τους καθιέρωσαν, ακόμα και ψυχεδελικοί ήχοι και φολκ περάσματα. Στο «Carry On» η μεταμόρφωση είναι απίστευτη, το ίδιο στο «Machine Gun», δυνατοί ρυθμοί που θυμίζουν Stereolab στις καλύτερες στιγμές τους, ή τρομακτικοί ψηφιακοί ήχοι μυδραλίου που σπέρνει ριπές. Οι στίχοι μιλούν πάλι για απώλεια, διαλυμένες σχέσεις και θέτουν ερωτήσεις χωρίς απάντηση («I don't know what I’ve done to deserve you,And I don’t know what I’d do without you» τραγουδάει η Beth στο «Nylon Smile»), μνήμες από μικρά πράγματα που είναι ακόμα νωπές («Θυμάμαι τη νύχτα που συναντηθήκαμε, γευτήκαμε ένα κρασί που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ», τραγουδάει σε ένα εξαιρετικό κομμάτι, το «Small», «άνοιξα την πόρτα και είδα μέσα στο φως αντιδράσεις και κινήσεις που με γέμισαν χαρά»), λόγια αληθινά που μπορεί να τα εκλάβεις και ως παρωχημένα. Εξαρτάται από τη διάθεση με την οποία θα τα ακούσεις. Οι κορυφαίες στιγμές του δίσκου είναι το «Magic Doors», ένα ψυχεδελικό παραλήρημα με τα off beat κρουστά να κυριαρχούν και απελπισμένους στίχους ("Χάνω τον εαυτό μου, κρύβω την επιθυμία μου, δεν υπάρχει λόγος να υπάρχω"), και το «Threads» που θυμίζει περισσότερο απ’ οτιδήποτε εδώ μέσα τα κομμάτια του Dummy. Δεν είναι τυχαίο που κλείνουν το δίσκο με τη φράση «I battle my thoughts, I find I can’t explain, I’ve traveled so far, but somehow feel the same». Οι Portishead είχαν την τύχη να γίνουν σουπεργκρούπ απ’ το ξεκίνημά τους, να φτάσουν στο απόγειό τους πολύ νωρίς. Αυτό ακριβώς πληρώνουν τώρα. Την καχυποψία και την αμφισβήτηση από αυτούς που τους αγάπησαν. Κι ας έφτιαξαν ένα ακόμα αριστούργημα.
κι εδώ, τα χειρότερα...