Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2008

στο λουκά με φρέντο [βιόλα]


Κυριακή πρωί στη Λειβαδιά. Το κρύο πολικό, οι δρόμοι άδειοι, δεν κυκλοφορεί ψυχή. Μας κάνουν εντύπωση οι καλοντυμένοι ντόπιοι που συναντάμε περιστασιακά και οι στρατιές καλογραιών και καλογήρων που περπατούν βιαστικά προς την ίδια κατεύθυνση, αλλά δεν δίνουμε σημασία. Βιαζόμαστε, γιατί έχουμε ραντεβού με το Γιώργο Μάγκα και τη γυναίκα του στο Hotel Levadeia και πρέπει να βρούμε χώρο για τη φωτογράφηση. Υποθέτουμε μέσα στο ξενοδοχείο. Καθόμαστε στις πολυθρόνες του φουαγιέ κοιτάζοντας την είσοδο και τους περιμένουμε να φανούν. Περνούν 5, 10 λεπτά από την ώρα που είχαμε κανονίσει, πουθενά. Στα 15 βγαίνω έξω να κοιτάξω.
Ακριβώς απέναντι είναι σταματημένη μια μερσεντές κλούβα με αναμμένα τα αλάρμ και στη θέση του οδηγού είναι ο Μάγκας. Με μαύρο παλτό και κόκκινο κασκόλ, δίπλα του η Τζούλη. Τρέχω να του συστηθώ, να του πω ότι είμαστε εκεί και τους περιμένουμε να κατέβουν. Η απάντησή του είναι απότομη, κάτι μεταξύ αυστηρής παρατήρησης και black humor: «σας είπα εγώ να πάτε μέσα στο ξενοδοχείο; Ε, ρε ξύλο που σας χρειάζεται!». Μας διατάζει να μπούμε σε ταξί και να τους ακολουθήσουμε, σαν κυνηγητό σε αμερικάνικη ταινία. Όλως περιέργως και για να ολοκληρωθεί η σκηνή, εμφανίζεται μπορντό ταξί [σημ: τα ταξί στη Λειβαδιά είναι μπορντό], μπαίνουμε και λέμε στον οδηγό «ακολούθησε την άσπρη κλούβα». Του δείχνουμε την κλούβα με τον Μάγκα που έχει ήδη απομακρυνθεί. «Πού πάμε;». «Άγνωστο».
Ο ταξιτζής μας κοιτάζει με ελαφρό μειδίαμα και απορεί, «σοβαρά κάνατε ολόκληρο ταξίδι με τέτοιο κρύο για τον Μάγκα; Κάτι τέτοια κάνετε και τον έχετε κάνει σταρ…».
Η κλούβα κατευθύνεται σε άγνωστο μέρος, καμιά σχέση με την Κρύα που υποπτευόμασταν, βγαίνει έξω από την πόλη, σε χωματόδρομο και φτάνει στο νεκροταφείο. Σταματάει. Ο Μάγκας κατεβαίνει και λέει στον ταξιτζή πάρκαρε και περίμενε, θα πάμε μέσα για λίγη ώρα και θα ξανάρθουμε. Μας ζητάει να τον ακολουθήσουμε, έχει να μας δείξει το φίλο του το Λουκά (νεκρό από τριακονταετίας). Κοιταζόμαστε με το φωτογράφο και δεν πιστεύουμε στα αυτιά μας. Ούτε στα μάτια μας. Τέτοιες ευκαιρίες σου συμβαίνουν μια στο εκατομμύριο. Τυλίγεται με το κασκόλ και προχωράει μπροστά, η Τζούλη με μας από πίσω. Περπατάμε στα χώματα, ανάμεσα στους τάφους, σχολιάζουμε ότι όλοι μια μέρα εδώ θα καταλήξουμε, κι αν όχι στης Λειβαδιάς, σε κάποιο νεκροταφείο. Το μόνο σίγουρο.
Μας δείχνει πρόσφατους νεκρούς και μιλάμε για τάφους εκατομμυρίων, αυτός εκεί μου λέει είναι το παιδί που σκοτώθηκε το καλοκαίρι στη Μύκονο, με το μηχανάκι, τον θυμάσαι; Όχι, αλλά κρίμα, νέο παιδί. Κι εδώ δίπλα είναι ο Λουκάς.
Αυτός είναι ο καλύτερός του φίλος ο Λουκάς μας λέει η Τζούλη, ο Μάγκας κάνει το σταυρό του και του μιλάει. Δυνατά: «Γεια σου Λουκά, τι κάνεις, είσαι καλά; Η μαμά καλά; Η θεία; Εμείς όλοι καλά, όλα καλά, κοίτα ποιους σου έφερα, δημοσιογράφους, ήρθαν να μου πάρουν συνέντευξη» (δείχνει εμάς και μας συστήνει). Θέλω να χαλάσω ολόκληρο το φιλμ της Πολαρόιντ τραβώντας φωτογραφίες αλλά ντρέπομαι. Βγάζω δύο, τη μία τη δίνω στην Τζούλη για ενθύμιο. Κυριακή πρωί, προσκύνημα στο Λουκά. Ο Γιώργος ρίχνει λάδι στο καντήλι, το ανάβει και συνεχίζει να του μιλάει. Η Τζούλη μας εξηγεί ότι ο Λουκάς ήταν θεολόγος και έχει πεθάνει απ’ το…1979. Από τότε ο Γιώργος έρχεται αδιαλείπτως επισκέψεις στο φίλο του και του μιλάει. Του μιλάει και ο φίλος. Αν ξεπεράσεις το αρχικό σοκ, είναι συγκινητικό. «Κι εγώ καλά Λουκά, όλοι καλά…».
Ο Λουκάς πέθανε ξαφνικά, χωρίς λόγο. Ξύπνησε ένα πρωί, είπε σε όλους σήμερα εγώ θα πεθάνω και πέθανε. Creepy, αλλά με τέτοιο σκηνικό μας φαίνεται εντελώς φυσιολογικό. Κάνει κρύο, ψιλοβρέχει, εμείς παρακολουθούμε το Μάγκα που συνομιλεί με ένα νεκρό και ακούμε την Τζούλη να μας λέει πόσο καλός άνθρωπος ήταν, πόσο έχει επηρεάσει το Γιώργο [τον έκανε θρήσκο], πόσο τον έχει διαμορφώσει. Κι ας μην πρόλαβε να τον γνωρίσει. Όταν τέλειωσε η συνομιλία με το φίλο του ο Γιώργος έδωσε σήμα ότι επιστρέφουμε στο αυτοκίνητο, εμείς στο ταξί. «Πάμε στην Κρύα για φωτογραφίες», μας λέει. Μπρος η κλούβα, πίσω εμείς με το ταξί, ξεκινάμε. Ο Γιώργος ακολουθεί την πιο μακρινή διαδρομή, κάνει κύκλο, ο ταξιτζής αρχίζει να τον βρίζει που θα τον μπλέξει στην κίνηση. Στο δρόμο μας λέει ότι κάποτε έμενε απέναντί τους και τον έβλεπε να κουβαλάει μαύρες σακούλες απορριμάτων γεμάτες χρυσαφικά, ρολόγια, αλυσίδες, όλα χρυσά. Πολύ χρήμα μας είπε, απορούμε όλοι τι τα κάνει, δεν φαίνεται να κάνει καμιά ζωή χλιδάτη. Μέχρι να φτάσουμε στην Κρύα, έχουμε μάθει όλα τα οικογενειακά του. Του Μάγκα, όχι τα δικά του. «Ο 27χρονος γιος του έπεσε με το αυτοκίνητο από μια γέφυρα πριν από μήνες και είχαν πει ότι δεν θα ξαναπερπατήσει», μας λέει, «δεν ξέρω πού τον πήγε, αλλά πριν από λίγες μέρες σηκώθηκε». Μερικές φορές να τι χρειάζονται φίλε τα λεφτά. Δεν του το λέω, αλλά καταλαβαίνω γιατί δεν ήθελαν να τους επισκεφτούμε στο σπίτι τους, ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να κρύβει ένας άνθρωπος.
«Μη μασάτε», μας είπε πριν φύγει [και μας χρεώσει 6 ευρώ για 200 μέτρα] «ένας αγράμματος είναι, που του έχουν φουσκώσει τα μυαλά». Θυμήθηκα την αντίδραση της περιπτερούς που ρωτήσαμε κατεβαίνοντας από το λεωφορείο αν ξέρει πού μένει ο Μάγκας, η οποία ειρωνικά και με γερή δόση κακίας τον χλεύασε κοιτώντας μας σχεδόν με οίκτο που κάναμε τόσα χιλιόμετρα για το τίποτα. Εμάς μας λυπόταν, εκείνον φαινόταν να τον μισεί. Τα μάτια της πετούσαν σπίθες απ’ τη ζήλια.
[συνεχίζεται]
υ.γ. γίνεται πολύ μακρύ το ποστ, αλλά όποιος μείνει να το διαβάσει θα αποζημιωθεί με αυτόν εδώ τον τύπο που είναι ο νέος τραγουδιστής των massive attack, τον λένε fredo viola και το άλμπουμ του είναι απλά εκπληκτικό [μην τον προσπεράσεις, είναι περιπτωσάρα]. σύμφωνα με τον ίδιο:
I was born in London, England and spent my first five years living in England and Rome. After that my family moved to New York, then Los Angeles, where I spent most of my adolescent years, singing professionally as a boy soprano and studying art once my voice changed. Finally I moved back to NYC to attend NYU Tisch School of the Arts.
I studied to be a film director, and during this period discovered the music of Bartok, Shostakovich and Stravinsky, which had an immense effect on me. It has since developed into a passion for the operas of Benjamin Britten, Don Giovanni and most of the work of Alfred Schnittke. I also love the music of Belle and Sebastian, Boards of Canada, Amon Tobin's Permutations, Joni Mitchell, Harry Nilsson, Harry Nilsson (yes, again, I love him this much!) and Odetta. Gospel music rocks my socks off. Oh, and Bach. :)
Out of school first I tried editing and animation design, which I think I did pretty well, as it afforded me the opportunity to save enough money to set myself up with a pretty awesome little home recording studio. I then got to work on making my own music.
I had one of my songs licensed for use in Jonathon Demme's Manchurian Candidate. Then I made my first music video, The Sad Song, which was pretty huge on the net. I received emails from Roger Ebert, Neil Gaiman, Massive Attack, ABC News Now, and several film directors, all offering opportunities.
I flew to Bristol to begin a collaboration with Massive Attack, who are two of the nicest and most creative guys I have met. I hope this bears fruit!
εδώ είναι το άλμπουμ του [το πιο μεγάλο μέρος α καπέλα] και αυτό είναι το βίντεο του sad song: