Δευτέρα, 30 Απριλίου 2007

Η Αθήνα ροκάρει, το κοινό απουσιάζει

Yπερπροσφορά σχημάτων και συναυλιών στην εναλλακτική σκηνή, αλλά η πρωτεύουσα αδυνατεί να τα απορροφήσει
Του Δημήτρη Ρηγόπουλου

Η Αθήνα δεν ξανάκουσε ποτέ τόσο πολύ (και τόσο καλό) ροκ. Ισως η λέξη «ροκ» είναι πολύ περιοριστική για την πληθώρα των μουσικών ειδών, των στυλ και των τάσεων που χαρακτηρίζουν την ακμαία εναλλακτική σκηνή της πρωτεύουσας. Νέα ονόματα ξεπηδούν διαρκώς, οι συναυλιακοί χώροι πολλαπλασιάζονται, στους τοίχους των Εξαρχείων και του Ψυρρή γίνεται μάχη για τις χειροποίητες αφίσες των live.
Θα έπρεπε να το περιμένουμε. Οι νέες τεχνολογίες έκαναν πολύ πιο εύκολη την υπόθεση «φτιάχνω μουσική» και το Ιντερνετ τη διάθεσή της. Είναι η γενιά του ΜySpace, αυτής της ανεξάντλητης διαδικτυακής δεξαμενής όπου ο καθένας από μας μπορεί να ανεβάσει τη μουσική του και εκατομμύρια να την ακούσουν. Πάντα, όμως, είμαστε υποχρεωμένοι να επιστρέφουμε στην οικονομία. Αν το ταλέντο περισσεύει, υπάρχει κοινό ικανό να απορροφήσει την τεράστια προσφορά;
Το «Vinyl Microstore» της Διδότου είναι κάτι πολύ περισσότερο από δισκάδικο. Ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία (VM Recordings), ραδιόφωνο στο Ιντερνετ (vmradio) και κυρίως αγαπημένο στέκι των ανθρώπων που εντάσσονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην εναλλακτική μουσική σκηνή της Αθήνας, τροφοδοτεί και τροφοδοτείται απ’ αυτήν. Πολλά παιδιά φτάνουν ώς εδώ για να δώσουν το demo τους, ενώ τα τελευταία τρία χρόνια διοργανώνει τα Yuria, ένα ετήσιο φεστιβάλ που συγκεντρώνει πολλά από τα συγκροτήματα και τους μουσικούς της σκηνής. Ο Νεκτάριος Παππάς, «ψυχή» του μαγαζιού, έχει παρακολουθήσει το boom από πολύ κοντά. «Τα free press και το Ιντερνετ προετοίμασαν το έδαφος για ό,τι συμβαίνει σήμερα», εξηγεί. «Τα έντυπα έψαχναν φρέσκο υλικό και το πρόβαλλαν και το Ιντερνετ, μέσα από το MySpace, έγινε μία τεράστια κιβωτός όπου o καθένας μπορούσε να ανεβάσει τη μουσική του. Η ίδια η ψηφιακή τεχνολογία βοήθησε στο να παράγεται μουσική μ’ ένα πολύ πιο εύκολο τρόπο. Αναπτύχθηκε ένα νέο δίκτυο που κάνει ό,τι έκαναν τα φανζίν και τα μουσικά περιοδικά της δεκαετίας του ’80, με τη σημαντική διαφορά ότι το κάνει πολύ πιο γρήγορα. Αν πούμε ότι και παλιότερα υπήρχε κάτι ανάλογο, που δεν υπήρχε, δεν θα μπορούσαμε να το εντοπίσουμε, αφού δεν υπήρχε το Ιντερνετ».
Ενας κόσμος χωρίς cd
Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του Διαδικτύου πλήττει ευθέως τις δισκογραφικές, αυτό είναι γνωστό. Είναι ένα είδος γλυκιάς εκδίκησης για δεκάδες πιτσιρικάδες που δεν τις έχουν ανάγκη στο βαθμό τουλάχιστον που τις είχαν οι συνομήλικοί τους πριν από 10 ή 20 χρόνια. Ανεβάζουν τη μουσική τους στο MySpace, γίνονται γνωστοί στο MySpace. Ετσι εξηγείται το γεγονός ότι τα περισσότερα συγκροτήματα δεν έχουν ηχογραφήσει ακόμα δίσκο χωρίς αυτό να είναι πρόβλημα.
«Σε 3-4 χρόνια η κυκλοφορία των cd θα γίνεται πολύ επιλεκτικά και θα απευθύνεται σ’ ένα περιορισμένο, ενημερωμένο και εξειδικευμένο κοινό. Το cd στο κοντινό μέλλον θα αντιμετωπίζεται σαν έργο τέχνης», επισημαίνει ο κ. Παππάς. Με ή χωρίς cd, η ελληνική σκηνή επιδεικνύει δυναμισμό που προσελκύει φανατικούς συλλέκτες και μεγάλες εταιρείες, άσχετες με τη μουσική. «Μόνο αυτή την εποχή βρίσκονται σε εξέλιξη πέντε διαφορετικοί μουσικοί διαγωνισμοί. Οι εταιρείες «μυρίστηκαν ψωμί» και σπεύδουν να αξιοποιήσουν την ιστορία για να στηρίξουν το προφίλ τους», λέει ο κ. Παππάς.
Το τέλος του cd, πάντως, πλήττει μία παραδοσιακή πηγή εσόδων. Οι μεταβατικές περίοδοι έχουν και τα στραβά τους. «Αν εξαιρέσει κανείς τις κυκλοφορίες της «Poeta Negra» και κάποιες μικρές ανεξάρτητες που καταφέρνουν να βρουν μαζική διανομή», λέει ο Τάσος Μπρεκουλάκης, «τα περισσότερα νέα ονόματα κυκλοφορούν demo χέρι-χέρι, χειροποίητες παραγωγές που υπάρχουν μόνο σε μετρημένα δισκάδικα του κέντρου και κυρίως στις δυο μεγάλες πόλεις. Οι δημιουργοί τους κυκλοφορούν τη μουσική μόνοι τους, στο MySpace, έχοντας άμεση επαφή με το κοινό τους, αλλά οι περισσότεροι περιορίζονται μόνο σε αυτό. Από την άλλη, δεν είναι θέμα μεγάλης εταιρείας και promotion, γιατί ούτε οι «Κορε Υδρο» πούλησαν τα νούμερα που αναμένονταν. Είναι δύσκολο να φτάσει κάποιο γκρουπ νούμερα της τάξης των 3.000 αντιτύπων. Για να τα ξεπεράσει είναι έως αδύνατο. Κυρίως, επειδή το συγκεκριμένο κοινό δεν αγοράζει cd πια, τα κατεβάζει. Ακούνε τα κομμάτια στο MySpace και τους αρκεί. Εχουν περάσει οι εποχές που υπήρχαν αγαπημένα γκρουπ και ήξερε κάποιος στίχους ή είχε ολόκληρη τη δισκογραφία τους, σήμερα με τόση υπερπληθώρα μουσικής ούτε προλαβαίνει κανείς να ακούσει κάτι πιο προσεκτικά, ούτε έχει τη διάθεση. Ο μουσικόφιλος που ακούει πάνω από είκοσι φορές το καινούργιο άλμπουμ που του αρέσει είναι είδος προς εξαφάνιση».
Το νέο mainstream;
Πίσω από τον Τάσο Μπρεκουλάκη κρύβεται το δημοφιλέστερο, ίσως, μουσικό ψευδώνυμο στην Ελλάδα. Το μπλογκ του είναι από τις πιο έγκυρες φωνές στο Ιντερνετ, μία καλόγουστη, αξιόπιστη δεξαμενή για τους φίλους της ξένης και της εγχώριας σκηνής που ο ίδιος υποστηρίζει με πάθος. Αναγνωρίζει ότι τα τελευταία δύο χρόνια «κάτι φαίνεται να κινείται στην ελληνική μουσική σκηνή», στο χώρο που μπορεί να ονομάσει κανείς «εναλλακτικό» και περιλαμβάνει μια μεγάλη γκάμα, από ολόκληρο το φάσμα της ηλεκτρονικής μουσικής, μέχρι τις παρυφές του σκληρού ροκ και του θορύβου. Στην αρχή δειλά, σήμερα πιο μαζικά και οργανωμένα. «Εκεί που τα media αντιμετώπιζαν τους δημιουργούς της ως κάτι περιθωριακό και ήταν υπόθεση λίγων», λέει ο κ. Μπρεκουλάκης, «ξαφνικά άρχισαν να γίνονται θέμα στον Τύπο, και όχι μόνο στον μουσικό. Το MySpace γέμισε με γκρουπ και wannabe καλλιτέχνες, ένα μεγάλο μέρος των ελληνόφωνων μπλογκ ασχολείται μαζί τους σταθερά, με ολόκληρα κατεβατά αναλύσεων και καυστικών σχολίων, η ελληνική σκηνή συζητιέται».
Το ερώτημα όμως είναι: Πόσους αφορά στην πραγματικότητα όλη αυτή η ιστορία; Υπάρχει ένα ισχυρό αριθμητικά κοινό να στηρίξει την αθηναϊκή σκηνή; «Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, μάλλον παραμένει υπόθεση των ελάχιστων και των υποψιασμένων. Ενώ υπάρχουν αρκετοί που βλέπουν το ποτήρι μισογεμάτο και πιστεύουν ότι το εναλλακτικό έχει περιθώρια να βγει από την αφάνεια και να γίνει το νέο mainstream, τα νούμερα τους διαψεύδουν και μάλλον καταλήγουν στο… μισοάδειο». Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν γκρουπ που παίζουν σε μικρούς χώρους όπως το Μικρό Μουσικό Θέατρο, το Bios, το Planet Music με μεγάλη επιτυχία.
Σχετική η επιτυχία
«Η λέξη “επιτυχία” είναι σχετική» τονίζει ο Τάσος Μπρεκουλάκης. «Είναι εύκολο να γεμίσει ένας χώρος 150 και 300 ατόμων μόνο από γνωστούς και φίλους. Οι μικροί χώροι δεν είναι κατάλληλοι για να τσεκάρεις το κοινό σου. Οι “The Callas”, για παράδειγμα, γεμίζουν το “Bios” με τα live-party με νέα γκρουπ, το ίδιο και οι “Zebra Tracks”, οι “Expert Medicine”, οι “Mary and The Boy”, οι “My Wet Calvine”, η Μόνικα. Ελάχιστοι θα μάζευαν περισσότερα από 200 άτομα, που φαίνεται τελικά ότι παρακολουθούν και στηρίζουν τα live». Αποτέλεσμα; Eπαιξαν στο «Gagarin» τρία από τα ονόματα της «Poeta Negra» που μαζεύουν από παντού πολύ καλά σχόλια και η προσέλευση ήταν ελάχιστη.
Τι φταίει λοιπόν; Ο Τάσος Μπρεκουλάκης προσθέτει μία διάσταση που λίγοι γνωρίζουν. «Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν αντιπάθειες για συγκεκριμένους χώρους. Μερικά ονόματα –κυρίως της electronica– λειτουργούν καλύτερα σε μικρά club. Το Gagarin που είναι μεγάλος χώρος, για παράδειγμα, κατεξοχήν ροκ, “βαμμένος”, σνομπάρεται από μεγάλο μέρος του electronica κοινού. Ετσι κι αλλιώς, είναι δύσκολο να πείσεις το κοινό να έρθει σε ένα live όπου ο καλλιτέχνης θα εμφανιστεί στη σκηνή με laptop για να παίξει τα ίδια περίπου που μπορεί να ακούσει και στον δίσκο του. Γιατί να δώσει ένας νεαρός τα 15 –ακόμα και τα 6 ή τα 10– ευρώ απ’ τη στιγμή που μπορεί να ακούσει τα κομμάτια στο σπίτι του – και μάλιστα τζάμπα; Ακόμα πιο δύσκολο είναι να βγάλεις απ’ το σπίτι του έναν computer freak, που κάθεται όλη μέρα μέσα φτιάχνοντας μουσική και βγαίνει μόνο για να συναντήσει τους φίλους του, κυρίως σε μικρά μπαρ. Ή να ακούσει έναν dj. Φτιάχνει μουσική, τη μοιράζεται, ετοιμάζει συνεργασίες, αλλά όλα καταλήγουν σε φαύλο κύκλο που δεν οδηγεί πουθενά».
Η υπερπροσφορά live «ξενέρωσε» το κοινό
Η υπερπροσφορά ευνοεί, λογικά, τις ζωντανές εμφανίσεις. Κι έτσι φαίνεται. Η live σκηνή της Αθήνας διαρκώς μεγαλώνει και σήμερα έχουμε ένα αξιοπρεπές δίκτυο μικρών συναυλιακών χώρων («Μικρό Μουσικό Θέατρο», «Bios», «Planet Music» κ.ά.) που συσπειρώνονται γύρω από το «Gararin 205» και το αειθαλές «Αν». Οι καλές ειδήσεις δεν είναι για όλους καλές. «Ξαφνικά η Αθήνα έγινε Λονδίνο, χωρίς να υπάρχει η ανάλογη ζήτηση», υποστηρίζει ο Τάσος Μπρεκουλάκης. «Αυτή η υπερπροσφορά το μόνο που κατάφερε να κάνει στο ελληνικό κοινό ήταν να το “ξενερώσει”. Η ικανοποίηση που έπαιρνες παλιότερα από το live, η γοητεία, έχει εξαφανιστεί».
Ο Νίκος Τριανταφυλλίδης, ο άνθρωπος που έστησε τον σημαντικότερο, σήμερα, συναυλιακό χώρο στην Αθήνα, το «Gagarin 205», παίζει τον δικηγόρο του διαβόλου. «Σίγουρα ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά είναι καλύτερος από τη μαζική κουλτούρα. Αλλά δεν μπορώ να μη δω την εισβολή του σκυλοπόπ, του τσιφτετελοπορνό, του σκυλορέιβ και του καψουροτράνς που έχει σαρώσει τα πάντα... Να μην ξεχάσω και τα χασμουρητά των εντέχνων, αυτοί είναι οι χειρότεροι απ’ όλους. Το γεγονός ότι μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον αναπτύχθηκε μια νέα σκηνή, είναι ασφαλώς κάτι θετικό. Μιλάμε, παρ’ όλα αυτά, για μία συρρικνωμένη αγορά κι αυτό δεν μπορεί παρά να με ανησυχεί». Του ζητάμε να αποκωδικοποιήσει τη «συρρικνωμένη αγορά». «Είμαστε μία πόλη πέντε εκατομμυρίων που, ενώ συντηρεί δεκάδες σκυλάδικα, στηρίζει μετά βίας δύο–τρεις συναυλιακές σκηνές».
Σαν «χόμπι»
Για τον Νίκο Τριανταφυλλίδη υπάρχουν τρεις, βασικοί λόγοι. «Οι Ελληνες είμαστε ραγιάδες. Και η λεγόμενη εναλλακτική σκηνή βρίθει από ραγιάδες. Δεν θα πάμε στους δικούς μας. Προχθές, έπαιξαν πριν από τον Μαξ Ρίχτερ οι “Your Hand in Mine”, ένα πολύ καλό γκρουπ από τη Θεσσαλονίκη. Αν ήταν Γάλλοι, οι εγχώριοι φωστήρες θα τους είχαν αποθεώσει. Αλλά είχαν την “ατυχία” να γεννηθούν στη Θεσσαλονίκη».
Κι όμως φέτος το «Gagarin» δουλεύει πολύ με συναυλίες ελληνικών γκρουπ, και δουλεύει καλά. Οι «Μary and the Boy», οι «Μy Wet Calvin» και η Μόνικα έκοψαν σ’ ένα βράδυ 500 εισιτήρια, αριθμός απλησίαστος για άλλες, όχι πολύ μακρινές, εποχές. «Ναι, οι συναυλίες ήταν όλες επιτυχημένες. Θα είχαν, όμως, την ίδια επιτυχία αν το εισιτήριο κόστιζε περισσότερο από δύο εσπρέσο στο Σύνταγμα;» Ο Ν. Τριανταφυλλίδης επιμένει. «Θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε την ντόπια σκηνή γιατί χωρίς ντόπια σκηνή δεν μπορούμε να σταθούμε ούτε εμείς οι ίδιοι». Ο Νεκτάριος Παππάς έχει την αίσθηση ότι ένα μεγάλο μέρος θα παραμείνει σε επίπεδο «χόμπι». «Και χωρίς οικονομική στήριξη, η δίψα του άλλου να κάνει μουσική και πολλών περισσότερων να ακούσουν μουσική, δεν θα σβήσει ποτέ».
[από τη χθεσινή Καθημερινή]

Σάββατο, 28 Απριλίου 2007

to a friend


never worry about anything. here's the deal with worry, right?
there are only two categories of problem: those you can do something about, and those you can't.
if a problem falls into the first category, stop worrying and do something about it. if a problem falls into the second category then you cannot do anything about it, so why are you worrying? it's out of your hands.
either way, there's nothing to worry about.

i feel at home whenever the unknown surrounds me. η bjork ξανά...

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2007

friend


|frend|

noun

a person whom one knows and with whom one has a bond of mutual affection, typically exclusive of sexual or family relations.

-a person who acts a supporter of a cause, organisation, or country by giving financial or other help: join the friends of Guilford Free Library.
-a person who is not an enemy or who is on the same side: she was unsure whether he was a friend or foe.
-a familiar or helpful thing: he settled for that old friend the compensation grant.
-(often as polite form of address or ironic reference) an acquaintance or a stranger one comes across: my friends, let me introduce myself.
-(Friend) a member of the Religious Society of Friends; a Quaker.
verb [ trans. ] archaic or poetic/leterary
befriend (someone)
DERIVATIVES
friend.less adjective
ORIGIN
Old English fréond, of Germanic origin related to Dutch vriend and German Freund, from an Indo-European root meaning "to love", shared by FREE.
Exctracted from OUP Oxford English Dictionary.

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2007

χεραιτίσματα

για να μην παρεξηγούμαστε και γράφει ο καθένας ο,τι του κατέβει:
ο m.hulot ΔΕΝ είναι σε καμία επιτροπή, ΔΕΝ επέλεξε τα κομμάτια για τι yuro-vision, ούτε καν τα έχει ακούσει [εκτός από ένα που του άρεσε, των pop eye, και τελικά δεν το επέλεξαν].
μόνο ανακοίνωση έβαλε στο blog του.
βρίσκεται στο greenwich, στη μόνη ανηφόρα που διαθέτει ίσως το λονδίνο [μιλάμε γολγοθάς] και περνάει μια χαρά [το σπίτι σαν διαφήμιση του μεζόν ντεκορασιόν και ο κήπος όνειρο. φωτογραφίες από δευτέρα, γιατί ξέχασε το card-reader].

ανθούλα αλιφραγκή

το τέλος της συνέντευξης [που έφαγε το αρχίγραμμα]:
Το τραγούδι το νιώθω. Όταν είμαι στεναχωρημένη κλαίω στην πίστα
. Κάθε φορά που λέω το Καρδιά Μου Πάψε Να Πονάς, κλαίω. Και μ’ ένα άλλο που λέει Ποια λύπη σε βαραίνει βαριά κι αφόρητη, καρδιά παραπονιάρα κι απαρηγόρητη. Μ’ αυτό το τραγούδι κι αν έχω κλάψει… Ζεϊμπέκικο. Άμα ήμουνα στεναχωρημένη παρακαλούσα να μην μου το ζητήσουνε. Έψαχνα να μου σβήσουν τα φώτα να μην φαίνονται τα δάκρυα.
Δεν έγινα πρώτη φίρμα γιατί έκανα δικό μου μαγαζί
, 25 χρόνια, δεν δούλεψα στα ξένα. Κάποια στιγμή τα βρόντηξα όλα κι έφυγα. Και τα ’χασαν όλα. Είμαι καλή, αλλά άμα με τσιμπήσεις, θα σε φάω.

Τρίτη, 24 Απριλίου 2007

φλυαρίες

η πιο μεγάλη έκπληξη από...την προηγούμενη, τέλως πάντων.
ο υπερθετικός έχει καταντήσει κουραστικός στα blog τον "τελευταίο καιρό" -η τέταρτη πιο κλισαρισμένη έκφραση μετά το "η πιο μεγάλη έκπληξη" και το "ο καλύτερος που έχω ακούσει" ή "το καλύτερο που έχω δει, εδώ και"...
[το "φέτος" είναι η λέξη που κολλάει συνήθως, ακόμα κι αν είναι ιανουάριος ...].
αυτό το blog εδώ, ειδικά, πολύ τις συμπαθεί.
σήμερα διάβαζα παλιά post γιατί κάτι έψαχνα και ντρεπόμουν απ' την επανάληψη -τα παλιά post δεν είναι να ξαναγυρνάς, γιατί σε πιάνει αμηχανία.
anyway, πολύ μακριά πήγε η βαλίτσα [το πρωί θα πάει λονδίνο] και η ουσία είναι ότι το άλμπουμ των thee more shallows στην anticon, την underground hip hop εταιρία, είναι πραγματικά κάτι που δεν περιμένεις ν' ακούσεις.
καμία σχέση με hip hop. ξεκινάει με εκπληκτικό drone που στη συνέχεια ανεβάζει την ένταση, αλλά χάνει τη...συνοχή, για να την ξαναβρεί λίγο πριν το τέλος. το άλμπουμ τους λέγεται book of bad breaks και ο πορτογάλος soul[seek]mate διαρρηγνύει τα ιμάτιά του ότι θα είναι από τα άλμπουμ της χρονιάς. το περίεργο μ' αυτόν τον τύπο είναι ότι δεν πέφτει ποτέ έξω [ΠΟΤΕ]. δεν ξέρω πού ενημερώνεται, ούτε τι σόι κριτήριο αλάνθαστο είναι αυτό που διαθέτει, το μόνο που ξέρω είναι ότι έχει δύο παιδιά κι η γυναίκα του περιμένει τρίτο. κι ότι είναι δημοσιογράφος. κι επίσης ότι του οφείλω πολλά [μουσικά].
the dutch fist

bubbles


1. Όταν είσαι ερωτευμένος όλα τα τραγούδια μιλούν για σένα. Ακόμα κι όταν οι στίχοι είναι μηδενικής ευφυίας και τα τραγουδάει ένας σκυλάς με χαίτη.
2. Αργά ή γρήγορα όλες οι σχέσεις σκοντάφτουν στο εξής ερώτημα: Αλλάζουν οι άνθρωποι; Η απάντηση είναι ένα μεγαλοπρεπές “όχι”. Προσπαθούν όμως.
3. Δεν υπάρχει πιο καταστροφικό συναίσθημα από τη ζήλια-ρετρό: τη ζήλια για το παρελθόν του άλλου. Πρώτον γιατί είναι μάταιη- το παρελθόν δεν αλλάζει. Δεύτερον επειδή το ρομαντικό παρελθόν ενός τρίτου είναι σαν ξένη χώρα. Το γνωρίζουμε μόνο αποσπασματικά: άσχετες πληροφορίες, μισόλογα, φλύδες από συζητήσεις που (αν τους το επιτρέψουμε) φουσκώνουν μες στο μυαλό μας σαν σουφλέ χλωρίνης. Συνήθως το σουφλέ ξεφουσκώνει. Καμιά φορά όμως (ειδικά αν έχουμε πει ψέματα) σκάει στα μούτρα μας.
4. Δεν υπάρχει κεραυνοβόλος έρωτας. Υπάρχει όμως (ο βαρύγδουπος) κεραυνοβόλος πόθος.
5. Είναι εύκολο να κάνεις ράκος έναν άντρα – μπορείς να του πεις: "Σε αγαπώ αλλά δε σε θέλω πια". Eίναι εξίσου ευκολο να κάνεις ράκος μια γυναίκα- μπορείς να της πεις: "Σε θέλω αλλά δε σε αγαπώ πια".
6. Ο Θεός να σε φυλάει απο τους μοναχικούς ανθρώπους. Η μοναξιά κάνει τους ανθρώπους ανελέητους.
7. Η αγάπη δε φτάνει για να λύσει τα προβλήματα. Βοηθάει όμως.
8. Η πραγματική αγάπη μας κάνει ταπεινούς- αμβλύνονται οι γωνίες, όλα μαλακώνουν, «αγαπώ κι όλον τον κόσμο γιατί ζεις κι εσύ μαζί», σκύβουμε το κεφάλι και γουργουρίζουμε σαν το σκύλο στη γωνία, μούμπλε, μούμπλε, γουφ, γουφ.
9. Το κάρμα είναι μεγάλη πουτάνα.
10. Eίναι σημαντικό να είσαι με κάποιον που σε κάνει να θες να είσαι καλύτερος άνθρωπος.
11. Όπως λέει (περίπου) και ο
Τhas ξεχνάμε τους λόγους για τους οποίους αγαπάμε τους ανθρώπους. Οι λόγοι αν και σημαντικοί ξεθωριάζουν -μένει μόνο το αποτέλεσμα.
[feeling called L.O.V.E. απ' την beep beep].

Κυριακή, 22 Απριλίου 2007

μπάς-ντράιβερ

"gay is the new black" ραπάρει στο the troglogyte wins ο busdriver-με σαμπλαρισμένους yes- απ' το νέο δίσκο του, και ακούγεται πιο 'ψυχεδελικός' και περιγραφικός από ποτέ. στο loverkillovercoat που κυκλοφορεί στην epitaph του sage francis σε παραγωγή των nobody και boom bip ο [ράπερ] busdriver επιχειρεί να τραγουδήσει και θυμίζει mike patton, ενώ τα beats απ' τα samples στολισμένα με φλάουτο, acid κιθάρες και πιάνο δίνουν στο δίσκο μια αίσθηση 'καινούργιου' -παρόλο που όλα είναι χιλιοακουσμένα στις τελευταίες παραγωγές του χιπ χοπ της δυτικής ακτής [ο kushik π.χ. είναι πολύ πιο ενδιαφέρων]. καλό leftfield hip hop με συμμετοχή της bianca casady στο go slow [στην πιο αδύναμη στιγμή του δίσκου, οι κοκορόζενες είναι παντού πια, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις]...
the troglodyte wins

Σάββατο, 21 Απριλίου 2007

manga και κούκλες

Η Μυρτώ Τσελέντη ανήκει στη γενιά των νέων που έχουν μεγαλώσει με ήρωες την Κάντι Κάντι και τη Χάιντι, τους σημερινούς 25ρηδες, παιδιά που έχουν εξοικειωθεί από πολύ νωρίς με τις ψιλόλιγνες φιγούρες με τα μεγάλα μάτια –και η πρώτη ίσως που είδε ερωτικά τα καρτούν (όταν ανάφερα σε 20 something φίλο μου ότι επρόκειτο να κάνω θέμα τα manga, μου εξομολογήθηκε ότι ο πρώτος του έρωτας ήταν η Κάντι Κάντι!). «Η Χάιντι ήταν απ’ τις πρώτες δουλειές του Μιγιαζάκι, ο οποίος κατέληξε να κερδίσει πρόπερσι το βραβείο στις Κάνες», μου λέει η Μυρτώ, «η απόδειξη ότι τα Manga έχουν εισχωρήσει για τα καλά και στη δυτική κουλτούρα». Πιο σωστά, τη σαρώνουν. Το Monocle –το σοβαρό αγγλικό περιοδικό με θέματα από ολόκληρο τον κόσμο- δημοσιεύει ένα manga σε συνέχειες, με οδηγίες για τη σωστή ανάγνωσή του: διαβάζονται από το τέλος προς την αρχή, ακριβώς αντίστροφα από τα δυτικά κόμικς. [Ποιος φανταζόταν άραγε στο τέλος των 80s αυτή την εξέλιξη, όταν ο Akira –το anime που τα ξεκίνησε όλα- αντιμετωπιζόταν ως φαινόμενο…υποκουλτούρας;].
Η Μυρτώ μου μιλάει με ενθουσιασμό, φαίνεται ότι λατρεύει το αντικείμενο της μελέτης της. Έχει μόλις κυκλοφορήσει το βιβλίο για το πιο δημοφιλές είδος κόμικς στις μέρες μας, με τίτλο Manga: Φαντασία και Πραγματικότητα {θραύσματα κόσμων κοντινών}, μία έρευνα για το φαινόμενο που ολοένα και γιγαντώνεται και τείνει να εκτοπίσει τα κόμικς, ακόμα και στις χώρες με παράδοση πολλών ετών, όπως την Αμερική και τη Γαλλία. «Προσπάθησα να κρατήσω το βιβλίο όσο πιο λιτό γινόταν», μου εξηγεί, «για να μπορεί και κάποιος που δεν έχει ιδέα από manga να καταφέρει να μπει σε αυτόν τον κόσμο. Ταυτόχρονα, ήθελα να μπορεί και κάποιος μυημένος να πάρει κάτι καινούργιο. Να υπάρχει κάτι ελληνικό, γιατί η βιβλιογραφία είναι πολύ περιορισμένη».
Περνάμε το μεσημέρι ξεφυλλίζοντας το βιβλίο της, μου εξηγεί τα είδη και τις τεχνοτροπίες και μου μιλάει για την αγάπη της για την έρευνα: «μου αρέσει να ανακαλύπτω νέα πράγματα περισσότερο ίσως από το γράψιμο. Ειδικά σε έναν κόσμο που είναι εξωτικός και περίεργος, εντελώς διαφορετικός από τον δικό μας».
Είναι λίγο ασυνήθιστο στην Ελλάδα να ασχολείται μία γυναίκα τόσο σοβαρά με τα κόμικς, πώς προέκυψε αυτή η «μανία»;
Ασχολήθηκα με τα κόμικς από πολύ μικρή. Ο πατέρας μου διάβαζε κόμικς από παιδί και δεν σταμάτησε ποτέ να διαβάζει. Οπότε, τα κόμικς ήταν για μένα κάτι που φύλαγα και επανερχόμουν και ξαναδιάβαζα –σε αντίθεση με τους περισσότερους, που είναι κάτι που η μαμά σου σού πετάει από το παράθυρο… Στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, όπου σπούδασα Πολιτισμική Τεχνολογία και Επικοινωνία ιδρύσαμε μια ομάδα με άλλους ανθρώπους που είχαν πάθος με τα κόμικς, την Εικονοτοπία. Τα κείμενα του βιβλίου ξεκίνησα να τα γράφω ως εισηγήσεις στα συνέδρια που διοργανώναμε.
Τι ήταν αυτό που σε γοήτευσε τόσο ώστε να ασχοληθείς «επιστημονικά» με τα manga;
Ήταν η ποικιλία των θεμάτων, σεναριακά τα έβρισκα πολύ συναρπαστικά. Υπήρχαν άπειρα θέματα μέσα σε αυτά. Υπήρχαν manga για όλες τις ηλικίες, δεν απευθύνονταν στο εφηβικό κοινό όπως συνήθως. Ήταν μια κουλτούρα πολύ διαδεδομένη στην Ιαπωνία, χωρίς τα δικά μας στεγανά -ότι δηλαδή τα κόμικς είναι για μικρά παιδιά. Στην Ιαπωνία συναντάς μεγάλους ανθρώπους, επιχειρηματίες ας πούμε, που διαβάζουν manga στο μετρό, βρίσκεις βιβλιοθήκες, καφέ, όπου μπορείς να καθίσεις και να διαβάσεις manga. Υπάρχουν manga για όλες τις ηλικίες, για άντρες, γυναίκες και παιδιά.
Διάβασα κάπου ότι ακόμα και τα σχέδια των επικηρυγμένων τα φτιάχνουν σε στυλ manga…
Ναι, ισχύει! Είναι βαθιά μέσα στην κουλτούρα τους, εκτός από τεράστια βιομηχανία με πολλά κέρδη. Τα θέματά τους ποτέ δεν σταματούν να με εκπλήσσουν. Υπάρχει ρομαντικό manga, θρίλερ, ακόμα και ιστορίες για κάποιον τύπο που ψάχνει να βρει το τέλειο…ψωμάκι! Οι ιστορίες των manga είναι πολύ κοντά στη δική τους πραγματικότητα. Οι ιστορίες απ’ τις ειδήσεις γίνονται σενάρια για manga, αυτός ήταν ένας λόγος που ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο.
Πες μου λίγα πράγματα για τον τίτλο του κεφαλαίου σου «μηχανικά αιδοία».
Αναφέρομαι στις γυναίκες-ρομπότ. Την εποχή που έγραφα το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου έπεσε στα χέρια μου ένα άρθρο του Ρουμελιώτη από την Ελευθεροτυπία με την είδηση ότι κυκλοφορεί πια στην ιαπωνική αγορά η πρώτη γυναίκα ρομπότ, που όντως μαγείρευε και σιδέρωνε. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι αυτό που για μας είναι μακρινό μέλλον, στους ιάπωνες είναι η αυριανή πραγματικότητα. Τα ρομπότ γενικά είναι από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια στην ιστορία των manga.
Που είναι περισσότερο δημοφιλή τα manga, στους άντρες ή στις γυναίκες;
Νομίζω ότι είναι εξίσου. Γενικά μιλώντας, υπάρχουν πιο ευαίσθητα και ρομαντικά για γυναίκες, ενώ για άντρες υπάρχουν πολλά με δράση, θρίλερ, αίμα. Βέβαια, στην Ιαπωνία υπάρχει ένα πολύ μεγάλο ποσοστό γυναικών που διαβάζει manga τρόμου, και στην Ελλάδα το ίδιο. Θα έλεγα ότι τα συγκεκριμένα τα διαβάζουν κυρίως γυναίκες, όπως και τα yaoi -πρόκειται για manga ανδρικής ομοφυλοφιλίας! Σε γενικές γραμμές, στην Αθήνα τα manga τα αγοράζουν περισσότεροι άνδρες.
Υπήρξαν συνθήκες ή σημαντικά γεγονότα που ενεργοποίησαν την έκρηξη των manga ή ήταν τυχαίο αυτό το μπαμ στα 80s;
To Akira ήταν υπεύθυνο για ό,τι συνέβη. Από την ταινία αυτή ξεκίνησε ο δυτικός κόσμος να μαθαίνει το ιαπωνικό κόμικ.
Η ιστορία των manga είναι πολύ πιο παλιά, από τον 12ο αιώνα ακόμα και τα σχέδια του Katsushika Hokusai…
Βεβαίως, πάει πάρα πολύ πίσω η ιστορία τους. Η μορφή που έχουν σήμερα όμως ξεκινάει από τα 70s, από τον Οσάμου Τεζούκα, τον σχεδιαστή του Astroboy, τον πρώτο μεγάλο σχεδιαστή που επηρέασε όλους τους μετέπειτα. Όλα από εκεί προέκυψαν, αυτόν αντέγραψαν όλα τα «παιδιά» του. Και οι δικές του επιρροές υπήρξαν ο Ντίσνεϊ και ο Μαξ Φλέτσερ –ο σχεδιαστής της Betty Boo. Τα μεγάλα μάτια, για παράδειγμα, είναι επηρεασμένα από τους δικούς τους ήρωες.
Ποια είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν σχεδιαστικά το manga; Είναι οι λιτές γραμμές και το μίνιμαλ της ιαπωνικής κουλτούρας;
Όχι πάντα, εξαρτάται από το είδος. Στα shojo που είναι τα manga για κορίτσια οι γραμμές είναι πολύ πιο περίπλοκες και πολύ πιο μπαρόκ. Τα σχέδια στα manga δράσης είναι πιο αφαιρετικά. Βασικά χαρακτηριστικά τους είναι γωνίες στα πρόσωπα και πολύ συχνά τα μεγάλα μάτια…
Πόσο πολύ έχουν επηρεάσει την μετέπειτα πορεία των κόμικς;
Πάρα πολύ. Υπάρχουν αμέτρητοι δυτικοί σχεδιαστές που κάνουν manga. Σήμερα το ευρωπαϊκό και το αμερικάνικο manga είναι μία κουλτούρα πολύ μεγάλη. Είναι πάρα πολύ δημοφιλή. Ειδικά στη Γαλλία που είναι η μεγαλύτερη αγορά των κόμικς στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή αντιμετωπίζουν κρίση, γιατί τα manga πουλάνε περισσότερο απ’ ότι τα ευρωπαϊκά. Επίσης, έχουν περάσει στις τέχνες. Βλέπω την επιρροή τους πολύ συχνά στα εικαστικά και στο κινούμενο σχέδιο –βλέπω ότι έχουν αλλάξει οι γραμμές. Στη διαφήμιση είναι πολύ της μόδας, σε αφίσες, παντού.
Γιατί δεν είχαν ποτέ την ίδια ανταπόκριση στην Ελλάδα; Έχω την εντύπωση ότι άργησαν να φτάσουν ως εδώ.
Κάνεις λάθος, Πουλάνε κι εδώ. Όλα τα μαγαζιά του είδους έχουν πια μεγάλο section με manga. Στην Αθήνα, πάντως, δεν κυκλοφορούν επίσημα manga –πραγματικά manga, γιαπωνέζικα. Αυτά που υπάρχουν μεταφρασμένα είναι από αμερικάνους ή γερμανούς σχεδιαστές. Δεν υπάρχει περίπτωση να δούμε γιαπωνέζικα στην ελληνική αγορά γιατί είναι πολύ μικρό το κοινό. Γενικά για τα κόμικς, όχι ειδικά για τα manga. Κάποια στιγμή που έγιναν επαφές και άκουσαν οι ιάπωνες τον αριθμό των αντιτύπων που θα τυπώνονταν –τους είπαν 5000, πολύ περισσότερα από το πραγματικό νούμερο- έβαλαν τα γέλια. Δεν είναι ούτε το 1/10 από όσα δίνουν για promotion, δωρεάν. Στην πραγματικότητα, το κοινό των κόμικς στην Αθήνα δεν ξεπερνάει τα 2000 άτομα.
Τι έχει αλλάξει από την εποχή του Akira στο είδος, πώς έχει εξελιχθεί;
Το είδος διαρκώς διογκώνεται. Έχουν φτιαχτεί πανεπιστήμια, σχολές όπου μπορείς να σπουδάσεις σχέδιο manga, καινούργιες εταιρίες ανοίγουν συνέχεια, και όσο περνάει ο καιρός αντίστοιχη έκρηξη γίνεται και στο δυτικό κόσμο. Η Αμερική ακολούθησε και εξάγει μεγάλο αριθμό τίτλων, ενώ στη Γαλλία εκδίδουν πολύ περισσότερα manga [και με μεγαλύτερη ποικιλία] απ’ ότι στην Αμερική! Το σχέδιο εξελίσσεται. Γίνεται συνειδητή προσπάθεια πια από τους καινούριους καλλιτέχνες να διαφοροποιηθούν από το τυπικό. Υπάρχει ας πούμε το κίνημα των nouvelle manga με το μανιφέστο του Γάλλου Φρεντερίκ Μποναρέ [ο οποίος ζει στην Ιαπωνία] που προσπαθεί να ενώσει τη γαλλοβελγική σχολή με την ιαπωνική και να φτιάξει πιο ρεαλιστικές φιγούρες.
Υπάρχει μια προκατάληψη γενικά γύρω από τα manga. Υπάρχει περισσότερη βία από όση μπορεί να βρει κανείς στα ευρωπαϊκά κόμικς;
Υπάρχει βία, όπως υπάρχει και το ερωτικό κομμάτι και στα ευρωπαϊκά και στα αμερικάνικα. Είναι κάτι που μπορείς να παρερμηνεύσεις εύκολα. Είναι τόσο σκληρά και βίαια όσο όλα τα κόμικς. Δεν μπορώ να πω ότι ποσοτικά είναι περισσότερο βίαια τα manga. Η Ιαπωνία αναπτύχθηκε πολύ διαφορετικά σε αυτόν τον τομέα, τελείως ελεύθερα, επειδή δεν υπήρχε ποτέ λογοκρισία.
Πού μπορείς να βρεις manga και anime στην Αθήνα;
Σε όλα σχεδόν τα μαγαζιά με κόμικς βρίσκεις πια manga. Anime βρίσκεις πιο δύσκολα. Κυρίως παράνομες κόπιες. Αυτά που βρίσκεις είναι από αμερικάνικες εταιρίες με αγγλικούς υπότιτλους ή μεταγλωτισμένα. Οι περισσότεροι τα κατεβάζουν από torrents. Υπάρχουν ομάδες fans που τα μεταγλωτίζουν πριν πάρουν άδεια για κυκλοφορία στην Αμερική. Στο ίντερνετ πάντως, μπορείς να βρεις τα πάντα.
Υπάρχουν Έλληνες σχεδιαστές manga;
Υπάρχουν πολλοί που έχουν επηρεαστεί από την τεχνική τους. Ένας είναι ο Βασίλης ο Λώλος ο οποίος τώρα πια δουλεύει στην Αμερική ως σχεδιαστής, στην Image. Υπάρχουν κι άλλοι που φτιάχνουν κυρίως fanzines, όπως ο Ανδρέας ο Μιχαηλίδης και ο Γιάννης Δαλκίδης. Εδώ όμως, ποιος περιμένεις να τους αξιοποιήσει;
Τα 5 πιο δημοφιλή Manga για το Solaris [Μπόταση 6, Εξάρχεια, 2103841065] είναι κατά σειράν τα:
One Piece
Naruto
Fullmetal Alchemist
Fruits Basket
Dragonball
Και τα πιο δημοφιλή anime:
Fullmetal Alchemist
Princess Mononone
Samurai 7
Naruto
Ghost in the Shell 2nd Gig
To βιβλίο της Μυρτώς Τσελέντη Manga: Φαντασία και Πραγματικότητα {θραύσματα κόσμων κοντινών} κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αιγόκερως

ουλές

Chances are that you won't remember post-punk band Scars. Their moment in the sun was both tragically and gloriously brief. They stormed out of Edinburgh in the early 1980s possessed of equal parts glam audacity, art-rock solemnity and futuristic zeal. They were roundly hailed as the next great white musical hope. Two Peel sessions and a handful of music-paper covers later, they vanished in a fog of egotism and unhealthy appetites. But not before they delivered their one and only album, 1981's maddeningly beautiful Author! Author!
In the intervening years, Scars have been effectively forgotten. Years ago, Mark E Smith namechecked them as his favourite band ("because they were the complete opposite of the Fall"), and more recently, Lemon Jelly briefly raised Scars' profile by sampling them on their '64-'95 album. But despite guitarist Paul Research's sterling efforts to keep the name alive on his Scars website, the band appeared to be permanently consigned to the dustbin of history. Even in Simon Reynolds' encyclopaedic post-punk history, Rip it Up & Start Again, they merit only the most fleeting of mentions. Meanwhile, down the last 25 years, every other once-forgotten band of their era has been either endlessly repackaged and/or critically rehabilitated to enable them to enjoy an extension on their fifteen minutes. Even the very worst of the fag-end punk bands (The Lurkers, Chelsea, Slaughter and the Dogs) have been kept on life-support by virtue of their appearance on a thousand and one dodgy service-station compilations. Music monthlies can be relied upon to remind us all of the greatness of cult artists (John Cooper-Clarke, Vic Godard, Penetration's Pauline Murray) who might have accidentally slipped off the radar. Most recently, Castle's CD86 compilation plucked the likes of Darling Buds, Revolving Paint Dream and 14 Iced Bears from the kind of shambling obscurity that most would agree was their deserved fate. As for Scars, their fate has hardly been helped by the convoluted copyright situation that has held up the reissue of Author! Author! for all these years. Now that it's finally out and sounding as edgy and lovely as it always did, maybe the band can finally enjoy some of the critical and commercial acclaim that has long been denied them. If that should come to pass, then this will surely establish them as the Last Great Lost Band to come to our attention. Unless, that is, you readers have any better ideas. Word of warning: the likes of Bram Tchaikovsky, Toad the Wet Sprocket, Stump, Cock Sparrer and Bum Gravy will automatically be disqualified on the grounds that the dustbin of history is exactly where these bands belong.
"I saw Scars live many a time, me and assorted Edinburgh hipsters. They were harder, haughtier, faster and furiouser live than on the album, a quite different sort of beauty. They wore painted nails and high heels, screamed and pouted. They had nerve and guts and the greatest tunes. They were aggressive and daft and passionate. Much of Scotland expressed its love of this kind of caper in time-honoured fashion (as you'll imagine) by raining lit cigarettes and beer bottles upon the heads of its heroes. You don?t stand on stage in a feather boa, screaming at the top of your lungs without being asked to account for yourself. More than one gig had to be cut short as a result. Another was stopped after the first chord, when Paul Research accidentally snapped his guitar in half. They were Edinburgh's soundtrack, them and, a bit later, the Fire Engines and Josef K. Never taken as seriously as they deserved, them Scars boys. Thanks for bringing them to everyone's attention, Jon. Grand."
από blog της guardian -και ένα σχόλιο. οι scars κυκλοφορούν για πρώτη φορά σε cd το author! author! με έξτρα κομμάτια και στα αγγλικά blog γίνεται λαϊκό προσκύνημα.
obsessions

πονοκέφαλος


το μόνο που το σώζει είναι ότι είναι ότι είναι "γνήσια" bjork, που σημαίνει ότι όλα όσα έχει από τότε που ξεκίνησε τη σόλο καριέρα της μέχρι σήμερα, είναι εδώ μέσα. δεν είναι σε καμία περίπτωση vespertine.
το volta είναι ένα άλμπουμ γεμάτο από ανατολίτικα strings και έντονους ρυθμούς -που στην πρώτη ακρόαση ακούγονται αποκρουστικοί, αποσυντονισμένοι, δύσκολοι- ακόμα και στα κομμάτια του timbaland έχει αλλάξει τα φώτα.
αν δεν υπήρχε το προηγούμενο του post [που δεν μου άρεσε καθόλου στην αρχή] θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω σαν το "χειρότερο άλμπουμ" της.
το earth intruders είναι το χειρότερο single της πάντως, και το εξώφυλλο [του volta] ανεκδιήγητο.
κορυφαία κομμάτια το hope και το i see who you are [που, απ' ότι φαίνεται, μιλάει για σεξ].
ένα καλό δείγμα και θα επανέλθω μόλις τον ακούσω πιο ψύχραιμα.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2007

take my hand

Χαρακτηριστική γερμανική φυσιογνωμία, ψηλός, ευγενικός, ντυμένος στα μαύρα, σε ένα Gagarin γεμάτο. Με κοινό εξαιρετικό. Ο Max Richter στο πιάνο και στο laptop συντόνιζε την εξαμελή ορχήστρα εγχόρδων που ξεδίπλωνε ασταμάτητα μελωδίες σύγχρονης κλασικής μουσικής και μας χάρισε μια από τις πιο όμορφες βραδιές που έχει ζήσει ποτέ το Gagarin. H φωνή εκείνης της ηθοποιού που έπαιζε στο Orlando και δεν θυμάμαι ποτέ το όνομά της διάβαζε αποσπάσματα από σημειώσεις του Κάφκα και έργα του Μουρακάμι, ο Richter πρόσθετε αρμονικούς ηλεκτρονικούς ήχους απρόσμενα ταιριαστούς σε ένα χώρο που έχει περισσότερο συνδεθεί με ροκ μπάντες και άγριες κιθάρες. Οι [δικές μου] κορυφαίες στιγμές ήταν όλες απ’ το Blue Notebooks, που όσο περνάει ο καιρός παίρνει όλο και ψηλότερη θέση στη λίστα με τα κορυφαία έργα των ’00s.
Το support εκπληκτικό. Δεν ξέρω αν έχουν συνειδητοποιήσει ακόμα τι είδους τύχη είχαν χθες το βράδυ -να ανοίξουν μια από τις ευτυχέστερες live στιγμές σε ελληνικό έδαφος. Ακόμα δεν θα έχουν πιστέψει τι τους συνέβη. Το μεγαλύτερο κέρδος τους πάντως είναι το ότι τους παρακολούθησε προσεκτικά και τους αποθέωσε ένα κοινό που θα ήταν πολύ δύσκολο να προσεγγίσουν διαφορετικά. Οι Your Hand In Mine δεν στάθηκαν απλά στο ύψος των περιστάσεων, νομίζω ότι ξεπέρασαν κάθε προσδοκία. Αν σκεφτεί κανείς ότι έχουν μόνο ένα ep στο ενεργητικό τους κι αυτά είναι τα πρώτα τους βήματα, μιλάμε για μια πραγματικά μεγάλη ελπίδα, μακάρι να τους βοηθήσει κάποιος να συνεχίσουν.
Ο όρος dream pop δεν ξέρω επίσης αν είναι αρκετός να περιγράψει τον ήχο τους, στο live που βλέπεις να παίζουν όλα αυτά τα όργανα και τις αυτοσχέδιες κατασκευές τον εισπράττεις διαφορετικά, τώρα που ξανακούω όμως δύο από τα κομμάτια που έπαιξαν χθες [είναι ηχογραφημένα από τη χθεσινή τους εμφάνιση, δίπλα στο ηχείο] συνειδητοποιώ ότι έχουν περισσότερη σχέση με τον Χατζιδάκι και τον Ρότα παρά με τα αφελή παιχνιδίσματα των Lullatone.
Too good to be true. Πάντα τέτοια.
track 1

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2007

stam bam bam

Έχω μεγαλώσει σε μια συντηρητική οικογένεια, αλλά ήμουν ανήσυχο παιδί. Από πολύ νωρίς. Δεν πολυδιάβαζα, μου άρεσαν τα αθλήματα: το ποδόσφαιρο, η γυμναστική. Στο δημοτικό άρχισα να βλέπω ταινίες με τον Μπρους Λι και τον Τσάκι Τσαν και μαγεύτηκα. Τότε δεν ήξερα ότι οι πολεμικές τέχνες είναι άθλημα, με τράβαγε η εικόνα, ήρθε σαν κύμα όλο αυτό και με χτύπησε.
Όταν ήμουν έντεκα χρονών έψαξα και βρήκα μια σχολή που να έχει πολεμικές τέχνες και κλείστηκα στο γυμναστήριο. Τον εαυτό μου τον θυμάμαι πάντα μέσα σ’ ένα γυμναστήριο. Δεν είχα καμία σχέση με τα άλλα παιδιά της ηλικίας μου, δεν ήξερα τι σημαίνει καφές, βόλτες. Υπήρξαν κάποιες στιγμές που με ενοχλούσε ο τρόπος που ζούσα: όταν κουραζόμουν υπερβολικά, η διατροφή που έκανα, που πάντα έπρεπε να κοιμάμαι νωρίς -τα ίδια που κάνω και τώρα. Δεν μετανιώνω όμως για τίποτα, ήταν επιλογή μου. Οι χαρές και οι συγκινήσεις που μου δίνει το άθλημα είναι τόσο δυνατές που λέω χαλάλι, συνέχισε.
Χαίρομαι που έχω καταφέρει να κάνω το χόμπι μου επάγγελμα, κοιτάζω γύρω μου και αισθάνομαι πολύ τυχερός. Κάνω αυτό που αγαπώ και ζω απ’ αυτό. Επιτέλους. Αν δεν ζούσα στην Ελλάδα θα το είχα κατορθώσει πιο νωρίς.
Το μάι τάι είναι το πιο δύσκολο άθλημα απ’ τις πολεμικές τέχνες. Χρησιμοποιείς ό,τι έχεις πάνω σου, χέρια, πόδια, γόνατα, αγκώνες, κεφάλι, τα πάντα, τα κάνεις εργαλεία και γίνεσαι στην κυριολεξία πολεμική μηχανή. Στα δικά μου τα μάτια είναι όμορφο, κι ας είναι για πολύ λίγους. Σαφώς είναι πάρα πολύ δύσκολο, σκληρό, γρήγορο.
Πού έχω φτάσει; Ήμουν για χρόνια πρωταθλητής Ελλάδας και πέρσι κατάφερα και πήρα και παγκόσμιο τίτλο. Είμαι ο μοναδικός παγκόσμιος πρωταθλητής του μάι τάι στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο αυτό.
Η οικογένειά μου με στηρίζει, παρ’ όλες τις αντιρρήσεις τους. Η μητέρα μου δεν μπορεί να συνηθίσει να με βλέπει να χτυπιέμαι πάνω στο ρινγκ, είναι αδύνατο. Ακόμα και τώρα είναι αντίθετη με αυτό που κάνω. Δεν το βλέπει σαν δουλειά, το βλέπει σαν μητέρα. Την κατανοώ. Ο πατέρας μου το βλέπει λίγο πιο ψύχραιμα, αλλά αισθάνομαι ότι δεν του αρέσει -δεν τον ενδιαφέρει που κατάφερα να βγάζω χρήματα. Μάλλον δεν θα αλλάξει ποτέ η γωνία που το βλέπουν.
Η ζωή μου εν μέρει είναι στερημένη. Αυτά που κάνουν οι άνθρωποι της ηλικίας μου όμως δεν μου λένε και πολλά πράγματα. Οι στιγμές που βιώνω πάνω στο ρινγκ είναι μοναδικές, το ίδιο και οι εμπειρίες που έχω από πολύ μικρός, ταξιδεύω σε ξένες χώρες -όλα αυτά δεν θα τα άλλαζα με τίποτα. Τα προτιμώ από κάτι συνηθισμένο.
Κάτι άλλο που έχω –κατά κάποιο τρόπο- στερηθεί είναι η ελευθερία μου. Ζω όλη μου τη ζωή μέσα σ’ ένα πρόγραμμα. Θα ήθελα να είμαι λίγο πιο ελεύθερος, να ξυπνάω και να μην έχω να κάνω για μια βδομάδα τίποτα, να είμαι χαλαρός. Να μην προσέχω τι θα φάω, να μην κοιτάζω συνέχεια το ρολόι μου. Ακόμα και μετά τους αγώνες, που έχω μια σχετική ελευθερία, δεν μπορώ να ξεφεύγω. Είναι συνήθεια πια, είναι συνεχώς στο μυαλό μου. Ακόμα και στις διακοπές προσέχω να μην πάρω κιλά. Κάνω αυτή τη ζωή από μικρό παιδί και είμαι πολύ περίεργος να δω πως θα είναι όταν όλα τελειώσουν.
Το «μετά» δεν το έχω φανταστεί γιατί δεν θα ήθελα να τελειώσει ποτέ αυτό που ζω. Την αίσθηση αυτή δεν μπορεί να τη νοιώσει άλλος, ίσως με καταλαβαίνει μόνο όποιος έχει ανέβει πάνω στο ρινγκ.
Στεναχωριέμαι όταν σκέφτομαι ότι κάποτε θα έρθει ένα τέλος
. Πάλι με το ρινγκ θα ήθελα να ασχοληθώ, από κάτω, σαν προπονητής, να βλέπω το άθλημα από διαφορετική γωνία. Θα ήθελα να μεταδώσω τις εμπειρίες μου σε κάποιους πιτσιρικάδες που θα ενδιαφερθούν. Ήδη έχω αρκετές, αλλά όσο ζεις μαθαίνεις. Στο άθλημά μας μαθαίνουμε καθημερινά.
Θα ήθελα να κάνω πράγματα που δεν μπορώ τώρα, να πάψω να είμαι ο ξενέρωτος της παρέας. Θα κάνω όλα όσα μου αρέσουν και στερούμαι από ανάγκη: δεν μπορώ να παίξω ποδόσφαιρο για να μην τραυματίσω τα πόδια μου, δεν μπορώ να κάνω snowboard για να μην γυρίσει το γόνατό μου. Θα ήθελα να πάω να παίξω με τους φίλους μου.
Κάποιον πιτσιρικά που θέλει να ασχοληθεί με το τάι μάι θα τον συμβούλευα να το κάνει. Εάν έχει ταλέντο να το κάνει. Αυτό που χρειάζεται είναι να έχει το μυαλό μέσα στο κεφάλι του, να είναι προσγειωμένος. Να είναι επίσης προετοιμασμένος να στερηθεί πολλά πράγματα. Πρέπει να μάθει να ζει με την κούραση και τον πόνο, χρειάζεται να υπερβαίνει συνεχώς τα όριά του, να φτάνει στο κόκκινο συνεχώς. Στον πρωταθλητισμό αυτό είναι το πιο δύσκολο: το ότι πρέπει να ξεπερνάς συνεχώς τα όριά σου.
Πάνω στο ρινγκ δεν σκέφτομαι και πολλά πράγματα. Γίνονται όλα τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς. Περνάνε κάποιες σκέψεις απ’ το μυαλό μου –κυρίως όταν πονάω. Ακούω μια φωνή μέσα μου: «προσπάθησε να κρύψεις το συναίσθημα του πόνου», όταν είμαι κουρασμένος μου λέει «συνέχισε», όταν δεν έχω ανάσα με βοηθάει να τη βρω.
Το να χτυπάω τον αντίπαλο είναι μέρος της δουλειάς μου. Ακούγεται κάπως ωμό, αλλά είναι η φύση του αθλήματος. Το βλέπω σαν άθλημα, το ίδιο κι όσοι πληρώνουν εισιτήριο κι έρχονται να το δουν. Αυτό που προσπαθώ είναι να βρω κενό να τον χτυπήσω και να μην πέσω πάνω στις άμυνες, να πάρω κάποιο σημείο .
Από πού παίρνω δύναμη εκεί πάνω; Από κάποιους ανθρώπους που είναι κοντά μου. Το δύσκολο κομμάτι του αθλητή είναι πριν βγει. Εκεί μου δίνουν θάρρος οι δικοί μου άνθρωποι που ξέρουν τι έχω περάσει: ο προπονητής μου, η κοπέλα μου, οι γονείς μου, ο Θεός. Στα αποδυτήρια που είμαι μόνος προσεύχομαι να μου δώσει ο Θεός δύναμη να αντέξω. Περισσότερο όμως –όσο κι αν σου φανεί περίεργο- παρακαλάω να μην χτυπήσει ο αντίπαλός μου. Παρόλο που είναι ένα σκληρό άθλημα, δεν έχω ζητήσει δύναμη να ανέβω να τον χτυπήσω. Ποτέ.
Έχω απογοητευτεί άπειρες φορές. Πάντα έχω την ελπίδα, ωστόσο, ότι θα ανταμειφθούν οι κόποι μου. Στην Ελλάδα είναι δύσκολο να ασχολείσαι με το άθλημά μου. Έξω που πηγαίνουμε μας δείχνουν σεβασμό. Εδώ είμαστε σε δεύτερη μοίρα, υποβιβασμένοι, υπάρχουν άλλα αθλήματα που δίνουν την προσοχή. Δεν είναι λίγο αυτό που κάνουμε, το ότι σηκώνουμε την ελληνική σημαία σε ολόκληρο τον κόσμο. Στην Αυστραλία παίξαμε σε 20 χιλιάδες άτομα -οι μισοί Έλληνες- που περίμεναν να κερδίσουμε για να τους δώσουμε λίγη χαρά. Οι ομογενείς περιμένουν πως και πώς να πάμε.
Είναι λίγοι οι Έλληνες που κάνουν πρωταθλητισμό. Που ασχολούνται επαγγελματικά με το kick-box και το μάι τάι. Δεν στο κρύβω ότι υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ μας -αντί να είμαστε μια γροθιά, ενωμένοι, να προσπαθούμε μαζί για το καλύτερο. Δυστυχώς, είναι τέτοια η φύση του αθλήματος που το βλέπεις εγωιστικά.
Επιτυχία σημαίνει να ανταμείβονται οι κόποι που έχω κάνει στην προπόνηση. Ο αγώνας στο ρινγκ είναι τρεις γύροι συν 5-10 λεπτά, πίσω απ’ αυτό όμως κρύβονται πόνος, ιδρώτας, δύο-τρεις μήνες θυσιών, στερήσεων. Να νοιώθω ότι οι τρεις μήνες προετοιμασίας δεν πήγαν χαμένοι, αυτό είναι επιτυχία.
Αυτό που φοβάμαι περισσότερο ως αθλητής δεν είναι η ήττα. Από την ήττα μπορείς να μάθεις πράγματα. Έχω χάσει αγώνες και έχω μάθει πολλά. Φοβάμαι για την υγεία μου, να μην χτυπήσω, να μην τραυματιστώ.
Τι με έχει διδάξει ο αγώνας; Να αντιμετωπίζω τις δυσκολίες. Όταν είσαι στο ρινγκ δεν έχεις επιλογή, πρέπει να ξεπεράσεις τη δυσκολία και να πας μπροστά, είσαι μόνο εσύ και ο αντίπαλος. Αυτό το χρησιμοποιώ και στη ζωή μου, τις δυσκολίες τις βλέπω σαν αντίπαλο και προσπαθώ να τις παλέψω.
Η ζωή του πρωταθλητή έχει πολλά κοινά με του μοναχού. Ο μοναχός θέλει να σώσει την ψυχή του, εγώ θέλω να γίνω καλύτερος άνθρωπος. Πολλές φορές ψάχνω να βρω γιατί ασχολούμαι με αυτό το άθλημα –σήμερα περπατούσα μετά την προπόνηση για να χαλαρώσω το σώμα μου και σκεφτόμουν ότι το κάνω για να γίνω καλύτερος, όλες αυτές οι δυσκολίες μου δίνουν ψυχραιμία και με κάνουν πιο δυνατό «έξω».
Πού θέλω να φτάσω; Θέλω κατ’ αρχήν να νικήσουμε στις 28. Δεν είναι ένας απλός αγώνας, είναι εθνική αναμέτρηση. Πέντε κορυφαίοι έλληνες αθλητές θα αντιμετωπίσουν πέντε τούρκους. Πολύ καλοί όλοι. Στο τέλος θα πάρει το έπαθλο όποια ομάδα κάνει τις περισσότερες νίκες. Τον περιμένω πώς και πως αυτόν τον αγώνα. Είναι Ελλάδα-Τουρκία, δεν τον βλέπουμε σαν αγώνα kick-box και μάι τάι, κακά τα ψέματα. Υπάρχει η πίεση από τον κόσμο και η δημοσιότητα στα κανάλια που μας επηρεάζουν αρκετά. Θα δώσουμε το 100% των δυνατοτήτων μας, θα τα δώσουμε όλα. Χρειαζόμαστε το χειροκρότημα του κόσμου, θέλουμε να μας στηρίξει, να έρθει να φωνάξει, να εκτονωθεί, αλλά τον παρακαλούμε να είναι κόσμιος στην συμπεριφορά του.
Έφτασα στον στόχο μου: να γίνω παγκόσμιος πρωταθλητής στο μάι τάι. Τώρα ο στόχος μου είναι να παίξω στο Κ1 στην Ιαπωνία, που συμμετέχουν οι δέκα καλύτεροι αθλητές του κόσμου. Εκεί πάνε μόνο οι καλύτεροι. Θέλω επίσης να γίνω καλύτερος άνθρωπος, να κάνω οικογένεια, να κάνω παιδιά και να τα μεγαλώσω σωστά. Με ενοχλεί που οι άνθρωποι κάνουν παιδιά για πλάκα. Παντρεύονται και χωρίζουν για πλάκα.
Οι 9 στους 10 ξένους αθλητές παίρνουν ουσίες, έχω δει παιδιά 22 χρονών «καμένα» απ’ τα χάπια και τις ενέσεις. Οι έλληνες δεν το κάνουν τόσο πολύ όσο οι ξένοι. Όλοι κάνουν όμως. Αν αξιωθώ και φτάσω μέχρι εκεί, θα πάω στην Ιαπωνία μόνο με την ψυχή μου.
Είμαι ο μόνος αθλητής στην Ελλάδα που έχει δικό του τραγούδι. Ο Υποχθόνιος κι ο Τσάκι Τσαν έγραψαν ένα κομμάτι μόνο για μένα, νομίζω ότι είναι αρκετά πρωτοποριακό. Μιλάει για το όνομά μου, Stam The Showman. Κάποιος μου κόλλησε το παρατσούκλι εξαιτίας του τρόπου που βγαίνω κάθε φορά στο ρινγκ. Τι λέει; «Βγαίνει ο Showman στο καναβάτσο / το όνομά του είναι Stam / δεν πα’ να’ σαι απ’ την Τουρκία ή την Ταϊβάν / θα σε βγάλει νοκ άουτ μπαμ μπαμ». Μου έκανε εντύπωση που σε μια πρόσφατη συναυλία τους με 2000 άτομα οι περισσότεροι ήξεραν το κομμάτι. Είναι εντυπωσιακό, γιατί δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα σε δίσκο!
Μου αρέσει η Αθήνα το βράδυ. Δεν μου αρέσει η φασαρία της ημέρας, το καυσαέριο. Το πρωί η Αθήνα δεν είναι όμορφη. Μετά τις 12 το βράδυ ομορφαίνει πραγματικά, σε μαγεύει. Μου αρέσει η ελευθερία στους δρόμους, να παίρνω το αυτοκίνητό μου και να φεύγω, να γυρνάω στους άδειους δρόμους. Είναι συγκινητικό, επειδή ταξιδεύω συχνά δεν μπορώ να μείνω για πολύ μακριά από την Αθήνα, μου λείπει. Πιο πολύ μου λείπει η ζωή της, η ενέργειά της. Είναι μια πόλη που ακόμα κι αν δεν βλέπεις κανέναν στο δρόμο βγάζει ζωή. Αυτό δεν το βλέπω στις περισσότερες ξένες πόλεις που έχω πάει.
Έμενα για πολλά χρόνια στον Άγιο Στέφανο, στην Εκάλη. Πρόσφατα μετακόμισα και ζω στη Γλυφάδα. Είμαι βουνίσιος, αλλά μου αρέσει πολύ στη Γλυφάδα. Η θάλασσα, να περπατάω στην παραλία.
Τι με ενοχλεί; Η πίεση και ένταση που βγάζουν οι άνθρωποι, το άγχος, το ότι όλοι είναι συνέχεια έτοιμοι να αρπαχτούν. Βγάζω alarm να παρκάρω και ξαφνικά χτυπάνε την κόρνα, δεν έχουν υπομονή. Δεν μου αρέσει που βλέπω αυτή την έκφραση στα πρόσωπά τους, που δεν βλέπω χαρούμενους ανθρώπους. Δεν μου αρέσει επίσης που είναι αχάριστοι και ξεχνάνε εύκολα, που είναι περισσότερο άδικοι απ’ όσο πρέπει. Η εθνική έφερε το κύπελλο στο ποδόσφαιρο και όλοι πανηγύριζαν. Τώρα που έχασαν απ τους Τούρκους τα ξέχασαν όλα. Απ’ την άλλη, είναι καλό που είναι εκφραστικοί σε κάποιες χαρές και λειτουργούν συναισθηματικά. Κερδίζει η ομάδα τους και βγαίνουν στους δρόμους. Σε αγκαλιάζουν λες και σε ξέρουν. Είναι τρελοί.
Το βράδυ πριν κοιμηθώ σκέφτομαι τον αγώνα. Σκέφτομαι τη διαδικασία. Πολύ καιρό πριν, τον αγώνα τον φτιάχνω μέσα στο μυαλό μου, μπορεί και ένα μήνα νωρίτερα. Φτιάχνω τα πάντα, πώς θα μπω στα αποδυτήρια, τι θα κολλήσω στον τοίχο –πάντα βάζω μία μικρή εικόνα της Παναγίας και κάποια προσωπικά πράγματα σε μία γωνία. Είναι το γούρι μου, πράγματα αγαπημένων προσώπων και φίλων που έχουν μια θετική αύρα. Τις περισσότερες στιγμές τις ζω από πριν στον ύπνο μου.
[φωτο. σωκράτης σωκράτους]

το βίντεο του σταμάτη μπιτάκου, του υποχθόνου και του τσάκι τσαν εδώ
κι ένα βιετκόνγκ μιξ για το v.m. εδώ
Το δεύτερο No Limits θα πραγματοποιηθεί στις 28/4 στο Ολυμπιακό Κέντρο Άρσης Βαρών Νίκαιας. Στο κεντρικό fight o Σταμάτης Μπιτάκος θα αντιμετωπίσει τον Τούρκο Πρωταθλητή Kara Murat. Αγωνίζονται επίσης οι παγκόσμιοι πρωταθλητές Αλέξανδρος Σταυρόπουλος και Γιάννης Σοφοκλέους.
m.hulot@dyodeka.gr

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2007

Τρίτη, 17 Απριλίου 2007

μπούλσιτ


η μεταμόρφωση του boom bip. όποιος τον έμαθε απ' το circle με τον dose one και το seed to the sun [click hop, πώς το ονόμαζαν;] δεν θα πιστεύει στα αυτιά του. τι σχέση μπορεί να έχει ο boom bip του roads must road και του unthinkable με αυτό το χορευτικό ιταλο-electro που θυμίζει κακές στιγμές των 80s; το νέο ep του είναι σκέτη απογοήτευση, ελπίζω το άλμπουμ που ετοιμάζει με τον gruff rhys να μην θυμίζει πάλι επαρχιακή ντίσκο και κακό πειρατικό [όχι, δεν τα εξιδανικεύει όλα ο χρόνος, δεν γίνεται να αποτελεί σημείο αναφοράς η spagna και το boys boys boys όσα χρόνια κι αν περάσουν].
για του λόγου το αληθές:
coogi sweater
το ep έχει τίτλο secchrilege και είναι ό,τι χειρότερο έχει κυκλοφορήσει ποτέ η lex.

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2007

shadow+roots


ξεκίνησα να γράψω για τον fennesz και το νέο άλμπουμ του με τον sakamoto, αλλά μόλις έμαθα ότι έρχεται ο dj shadow με τους the roots στις 17/7. αυτή είναι είδηση...
παρένθεση: madness [ήμουν νιος και γέρασα], underworld [με δεκαπέντε χρόνια καθυστέρηση], beirut, lcd soundsystem [μέχρι στιγμής ανεπιβεβαίωτοι], cocorosie, απ' όλα τα έχει το φετινό καλοκαίρι. μακάρι να έρθουν οι μισοί απ' όσους ακούγονται.
ο βιενέζος laptop-guru christian fennesz συνεργάζεται για πρώτη φορά με τον θρύλο της γιαπωνέζικης electronica ryuichi sakamoto λέει το δελτίο τύπου -μόνο που δεν είναι για πρώτη φορά. η πρώτη συνεργασία τους ήταν στο 19λεπτο περσινό ep sala santa cecilia, σε ένα κομμάτι δηλαδή που δεν υπάρχει εδώ -στο άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει στις 15 μαΐου, και έχει τίτλο cendre. ο fennesz παίζει κιθάρα και ο sakamoto πιάνο [εκτός από τα laptop τους, εννοείται] και δημιουργουν μια μοντέρνα "μουσική δωματίου" [ένας όρος που ποτέ δεν κατάλαβα τι σημαίνει, και στο αυτοκίνητο μια χαρά ακούγεται και στο μετρό απ' τα ακουστικά ακόμα καλύτερα] που θυμίζει γάλλους ιμπρεσιονιστές [σατί και ντεμπισί]. τα κομμάτια του cendre ηχογραφήθηκαν στη νέα υόρκη και στη βιέννη [ο καθένας απ' τους δύο ηχογραφούσε στη πόλη που ζει], αντάλλαξαν ιδέες, κομμάτια, σύγκριναν σημειώσεις μέσω ίντερνετ και στο τέλος έγινε το μιξ.
ο δίσκος μπορεί να είναι πολύ καλός, είναι απ' αυτούς πάντως που θα βαριόμουν να δω live.

Κυριακή, 15 Απριλίου 2007

μπιτς

ο joe beats είναι το μισό των non prophets [το άλλο μισό είναι ο sage francis] και μόλις έφτιαξε το άλμπουμ που όφειλαν να είχαν φτιάξει οι cut n paste μάστερς, ο dj shadow και ο rjd2: instrumental hip hop με ενδιαφέρον που ακούγεται απ' το πρώτο μέχρι το τελευταίο κομμάτι χωρίς να βαρεθείς. [ούτε θυμάμαι πόσο καιρό είχε να συμβει αυτό, να βάλω hip hop άλμπουμ στο cd player και να μην θέλω να το βγάλω στο τρίτο κομμάτι...].
στο diverse recourses υπάρχουν ξαναδουλεμένα μερικά γνωστά θέματα από παλιότερες δουλειές του -χωρίς το ραπ- και νέες συνθέσεις γεμάτες φανκ και σόουλ σάμπλς, κιθάρες, αλλά κυρίως λούπες από πολύ δυνατά ντραμς που το κάνουν έντονα ρυθμικό [το live my life θυμίζει τις καλές στιγμές του dj shadow].
δεν είναι καμία αποκάλυψη [με τόση παραγωγή έχουν αρχίσει να ακούγονται όλα τα είδη κορεσμένα], αλλά είναι ένα καλό ανοιξιάτικο άλμπουμ για βόλτες στη λιακάδα που σου φτιάχνει τη διάθεση.
me talk pretty

σάρα

η sarah nixey ήταν η φωνή των black box recorder και στο πρώτο προσωπικό άλμπουμ της [με τον james banbury των auters να συνυπογράφει τα κομμάτια] ακούγεται σαν την κάιλι.
η φωνή της λιώνει και στάζει "αγγλίλα", με υπέροχα σέξι προφορά και με κλέφτικα σφυρίγματα στα τ [αμ ντάνσιν τσου δε τσιούν ον ε λέιζι αφτε-νούν, γουέν αμ χιι-α γουίθ ιου...καμ ντανςςς ίντσου δε νάιτς κλπ.].
τα τραγούδια της είναι λαμπερά, με λίγη περισσότερη ζάχαρη παραπάνω στη συνταγή, αν έχεις υπογλυκαιμίες είναι ιδανικά, αρκεί να σου αρέσουν τα νιαουρίσματα και τα σιρόπια. στο when i'm here with you τα λαλαλα θυμίζουν [για άλλη μια φορά σε λίγες μέρες] το θέμα απ' το μωρό της ρόζμαρι.
θα την πω την αμαρτία μου. μπορεί το άλμπουμ της sing, memory να είναι μέτριο, αλλά την προτιμώ απ' την [αχώνευτη-"έπιασα-τον-παπά-απ'-τα-αρχίδια"] goldfrapp.
when i'm here with you

Σάββατο, 14 Απριλίου 2007

a_live

ο σωματαράς
τα σκυλιά δεν κοιτάνε πότε κανέναν με στραβό μάτι. τα σκυλιά είναι τα μόνα πλάσματα που μπορείς να τα εμπιστευτείς. μπορεί να σ' αγαπούν ή να μη σ' αγαπούν, αλλά ποτέ δε σε κρίνουν. και όταν θα σε χουν παρατήσει όλοι, μικρέ, θα υπάρχει πάντα ένα σκυλί που σέρνεται εκεί γύρω για να σου γλείψει τις πατούσες.

στους 22 βαθμούς

στιγμές τρυφερότητας και cultu-rush:
ο ηλικιωμένος με την βυσσινί ρόμπα και το άσπρο μούσι που ταΐζει [και φιλάει!] τα περιστέρια στο μπαλκόνι του, λίγο πριν το τέρμα της τζαβέλα.
αυτό το κομμάτι του σάββα και του θανάση απ’ την βασισμένη σε κείμενα της σάρα κέιν παράσταση που ετοιμάζεται στη θεσσαλονίκη [λεπτομέρειες σύντομα…]
love dance [scene 9]

το centro. η επίθεση των 20χρονων. όλο και καλύτερο. [χωρίς συντηρητικά]. στα περίπτερα με 2 ευρώ.
αυτό θα πει happening! να ξεκινάς να δεις τον «ρεμπέτη μινώταυρο» vinicio capossela [τον tom waits της ιταλίας, που περισσότερο μου θύμισε τον σαββόπουλο στη σκηνή] και να πετυχαίνεις την καίτη ντάλη σε μια συγκλονιστική εμφάνιση [ο φωτογράφος σάστισε τόσο, που δεν της τράβηξε ούτε μία φωτογραφία, η άλλη δίπλα μου ήθελε να κλάψει, ο κόσμος ούρλιαζε. βγήκε η καίτη και τους έσβησε όλους… τι ιταλός και καλοκύθια, ειδικά στο comme prima της, κάηκε το μαγαζί!].
η δήμητρα γαλάνη ετοιμάζει νέο άλμπουμ και συνεργάζεται με τον capossela -απ’ ότι κατάλαβα- σε στίχους της νικολακοπούλου, τα δύο κομμάτια που είπε χθες τολμώ να πω ότι είναι καλύτερα απ’ τα πρωτότυπα.
ο μέσος όρος ηλικίας των θαμώνων παραμένει θέμα προς εξερεύνηση [40+].
what’s eating donkey-boy:
-αν ο vinicio είναι ο tom waits της ιταλίας, ποιος είναι ο έλληνας captain beefheart;
-ο ψαραντώνης!

νέο άλμπουμ της islaja εν όψει, το καλύτερό της, παρόλο που δεν υπάρχει ούτε ένα κομμάτι που να μπορείς να τη συνοδέψεις –και φυσικά δεν φταίει που τραγουδάει στα φινλανδικά –θα μπορούσες να τα σφυρίξεις έστω…αλλά μπα…η δομή τους είναι τόσο περίεργη που τα ακούς σαν χάνος.
«βρε βγάλ’ την από κει, να γιατί πάνε κι αυτοκτονούν σαν τις κότες» μού λέει ο γείτονας συνακροατής -που είναι πιο προσγειωμένος.
ό,τι κι αν πει, μου αρέσει [η islaja].
η islaja στην πραγματικότητα λέγεται merja kokkonen [έτσι εξηγείται γιατί το’ κανε islaja…] το ulual yyy είναι το τρίτο άλμπουμ της και κυκλοφορεί στις 18.4 από την fonal records.
pysahtyneet planeetat
[αυτοκτονούν οι κότες;]

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2007

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2007

lavranos


Κάπου εκεί, μετά το 1973, χάνεστε σχεδόν...
Η αλλαγή στάσης ξεκινά νωρίτερα, όταν έγινε η δικτατορία. Εκείνη την εποχή βρισκόμασταν στην Ισπανία. Εγώ είχα αντιληφθεί ήδη ότι τα καλλιτεχνικά πράγματα, αυτά τουλάχιστον που ενδιέφεραν εμένα, δεν πήγαιναν καλά. Βασικά δεν ήθελα να γυρίσω στην Ελλάδα. Είχαμε ήδη μια καλή συνεργασία με τους Ερμάνος Κάστρο (Los Hermanos Castro), ένα θαυμάσιο μεξικάνικο σχήμα, με μεγάλες επιτυχίες στις λατινικές χώρες και ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε για Αμερική -Ακαπούλκο, Λας Βέγκας και τέτοια. Έγινε η χούντα και το πράγμα χάλασε. Αρκετοί από τους μουσικούς ήθελαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα για να δουν τα παιδιά τους, τις οικογένειές τους, και όλο εκείνο το σκηνικό που ετοιμάζαμε διαλύθηκε. Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα διαπίστωσα με τον καιρό, όλα αυτά για τα οποία φοβόμουν. Οι ορχήστρες είχαν εξαφανιστεί από τη διασκέδαση και προβάλλονταν περισσότερο τα γκρουπάκια και τα τότε σκυλάδικα. Σταμάτησα. Έκανα βέβαια κάποιες επιλεγμένες εμφανίσεις, όπως στο φεστιβάλ στο Ρίο, αλλά γενικά ήμουν εκτός. Ήταν μια συνειδητή επιλογή. Κάποια φορά θα πούμε περισσότερα... Ήμουν οργισμένος. Διαφωνούσα με την πορεία που έπαιρνε η μουσική και το σόου, και κρατήθηκα μακριά -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σταμάτησα να παρακολουθώ τις εξελίξεις. Και σήμερα υπάρχουν ωραίες, νέες φωνές. Εκείνοι που περνάνε κρίση είναι οι δημιουργοί. Εύχομαι λοιπόν, κάποια στιγμή, το πράγμα να ισορροπήσει και πάλι. Όσον αφορά εμένα, ένα θα σας πω.
Ευτυχώς που δεν βιοπορίζομαι από την καλλιτεχνία...
[Από τη συνέντευξη του Γεράσιμου Λαβράνου στον Φώντα Τρούσα, στο Jazz & Τζαζ που κυκλοφορεί μαζί με ένα εξαιρετικό cd με επιλογές από κομμάτια του. Εδώ διασκευάζει το "Ξημερώνει" του Χατζιδάκι σε στιλ τζεϊμσμποντικό. Απίθανες στιγμές νοσταλγίας].
mhulot@dyodeka.gr

σαβίνα

Απόγευμα Δευτέρας στο σπίτι της Σαβίνας Γιαννάτου. Απ’ το μπαλκόνι της βλέπει στέγες σπιτιών, μια κλειστή αυλή με ένα τεράστιο δέντρο που φτάνει μέχρι τον πέμπτο και στο βάθος το μαιευτήριο της Έλενας [«όταν η μπαλκονόπορτα είναι ανοιχτή ακούω τις φωνές απ’ τις γυναίκες που γεννάνε»!].
Έχει αρχίσει να σουρουπώνει, ο ουρανός έχει πάρει χρυσό χρώμα κι η φωτογράφος είναι ενθουσιασμένη. Ιδανικό φόντο, πράσινο και ώχρα, ιδανικό και το φως για τη φωτογράφηση, το μετράει και της λέει να βιαστούν γιατί κρατάει μόνο για 20 λεπτά. Μόλις τελειώνουν μας φτιάχνει πράσινο τσάι γιασεμί, μας κερνάει πάστα φλώρα και αράζουμε στο καθιστικό. Βιβλία και cd παντού, αρκετοί δίσκοι βινιλίου, οι τοίχοι γεμάτοι ράφια. Μου θυμίζει το δωμάτιό μου -πιο γεμάτο δε γίνεται. Κρυφοκοιτάζω το δίσκο στο πικάπ: τραγούδια της Θράκης, στο cd player παλιά σμυρναίικα. Μένει στην πλατεία Μαβίλη, της λέω ότι αυτή ήταν κάποτε η γειτονιά μου, απ’ το μπαλκόνι της προσπαθώ να εντοπίσω το σχολείο μου. Κλείνει το laptop που είναι ακουμπισμένα σε ένα αυτοσχέδιο γραφείο από χρωματιστά πλαστικά καφάσια και μας λέει ότι της αρέσει πολύ η πλατεία πια, ειδικά τη νύχτα, «είναι καταπληκτικό που είναι ζωντανή ακόμα και στις 5 το πρωί, βγαίνεις στο δρόμο και μπορείς να δεις κόσμο».
Μιλάμε για τους ξένους που αγνοούν τι σημαίνει μπαρόκ, τους ιμπρεσιονιστές και τις επιρροές της.
«Οι άγγλοι που δεν ξέρουν μου είχαν πει ότι επηρεάστηκα απ’ τους ιμπρεσιονιστές, εδώ όταν βγήκε ο πρώτος μου δίσκος όλοι μου είπαν ότι με έχει επηρεάσει η Λένα Πλάτωνος». Την έχει πραγματικά επηρεάσει η Λένα Πλάτωνος. Πολύ μάλιστα. Δεν το αρνείται κι η ίδια. «Η Λένα ήταν επηρεασμένη απ’ τους ιμπρεσιονιστές, άρα η αναφορά ήταν κατευθείαν εκεί», λέει.
Σχολιάζουμε το δίσκο που ετοιμάζει εδώ και ένα χρόνο η Λένα με το Βασιλικό, «είναι δύσκολα τα πράγματα με τις δισκογραφικές» λέει, «δεν ξέρω πού σκαλώνει, θα έπρεπε να είχε βγει εδώ και καιρό».
Η τελευταία συνεργασία τους ήταν πριν από δέκα χρόνια με τις «Αναπνοές», τη ρωτάω αν θα ήθελε να κάνει πάλι κάτι μαζί της, «φυσικά», απαντά, «πολύ θα το ήθελα. Μαζί της ξεκίνησα να τραγουδάω, ήμουν 13 χρονών κοριτσάκι, η Λένα 20. Είχαμε γράψει από ένα τραγούδι η καθεμία και τα πήγαμε σε εταιρία για να βγάλουμε δίσκο. Φυσικά μας έδιωξαν χωρίς να μας δώσουν σημασία, μας είχαν κάνει παρατήρηση για τον αγγλικό στίχο» -αν θέλεις να πετύχεις στην Ελλάδα οφείλεις να τραγουδάς στα ελληνικά.
Η Σαβίνα Γιαννάτου είναι από τους λίγους Έλληνες καλλιτέχνες που μπορούν να μιλήσουν για πραγματική «διεθνή καριέρα». Οι δίσκοι της κυκλοφορούν από την ECM, έχει εμφανιστεί σε ολόκληρο τον κόσμο, πουλάει στο εξωτερικό, έχει ανέβει ψηλά σε ξένα charts, τα τραγούδια της ακούγονται στα ξένα ραδιόφωνα, οι κριτικές που έχει πάρει για τα άλμπουμ και τις εμφανίσεις της είναι διθυραμβικές.
Τη ρωτάω αν είναι ικανοποιημένη από την προβολή των ελληνικών media, αν η «αναγνώριση» στην Ελλάδα είναι ανάλογη όλων αυτών που έχει πετύχει. Εκτός από την διεθνή πορεία της η Σαβίνα είναι η φωνή του Σαμποτάζ, των μελοποιημένων τραγουδιών του Καρυωτάκη, του ’62 του Χατζιδάκι, όλα σε συνεργασία με την Πλάτωνος. Τραγούδησε και στη Λιλιπούπολη. Και μόνα τους αυτά θα αρκούσαν για να χαρακτηρίζουν κάποιον καλλιτέχνη για μια ζωή. Ωστόσο, για τη Σαβίνα αυτό ήταν μόνο το ξεκίνημα.
«Δεν έχω παράπονο από τον Τύπο, όταν έχω κάτι καινούργιο ασχολούνται μαζί μου. Οι εφημερίδες κυρίως». Και η τηλεόραση; Τι κάνει η τηλεόραση; Βλέπεις όλες τις σαβούρες και τις wannabe international στάρλετ απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, η Μπίλιω [που υποτίθεται ότι έχει την τελευταία εκπομπή που αντιστέκεται] καλεί την Κοκκίνου, ενώ η Γιαννάτου δεν έχει θέση στο μπουρδέλο που λέγεται ελληνική τηλεόραση.
«Ήταν συμπαθητική η Κοκκίνου», μου λέει -και φυσικά δεν φταίει αυτή ούτε για την κατάσταση της τηλεόρασης, ούτε για το ότι την κάλεσε η Μπίλιω.
«Πριν από μερικές μέρες είχε καλεσμένο το Μαργαρίτη. Δεν ξέρω με ποια λογική χάθηκαν οι καλές εκπομπές από την τηλεόραση. Ξέρω όμως ότι συμβαίνει. Ακόμα και το επίπεδο της ΕΡΤ έχει πέσει τελευταία. Κανείς δεν προβάλλει τα νέα πράγματα, στην Ελλάδα ο διαφορετικός δεν έχει θέση». Εκτός κι αν είναι σούργελο. Ή γραφικός. Ή νούμερο. Ή φέρνει νούμερα τηλεθέασης.
Σε πρωινή εκπομπή θα πήγαινες αν σε καλούσαν;
Δεν μπορώ να πάω. Όχι γιατί σνομπάρω τις εκπομπές, απλά δεν έχω θέση εκεί. Δεν είναι ότι δεν ενδιαφέρει εμένα. Το κοινό που παρακολουθεί δεν θα το ενδιαφέρει αυτό που κάνω. Αισθάνομαι ότι πάει στράφι αυτό που δείχνεις. Θα μπορούσα να πω δυο τραγούδια και να τελειώνω, υπάρχουν όμως πράγματα που στην τηλεόραση όπως είναι σήμερα, περνάνε και χάνονται. Ακόμα και απ’ το «2» που ήταν τόσο πετυχημένο και το είδε τόσος πολύς «ανίδεος» κόσμος, αν παίξεις απόσπασμά του δίπλα σε κάτι άσχετο μπορεί να το αναιρέσει.
Ξεκίνησες ως έντεχνη τραγουδίστρια, θα χαρακτήριζες τον εαυτό σου έντεχνη και σήμερα; Δεν είναι λίγο παρεξηγημένη η έννοια πια [κλάψες μιζέρια, τα εφτά κακά της μοίρας μας];
Εξακολουθώ να είμαι έντεχνη τραγουδίστρια, η φωνή μου δεν είναι παραδοσιακή. Παρόλο που έχω κάνει –και κάνω- τόσα πολλά, το ηχόχρωμά μου ανήκει στο έντεχνο τραγούδι. Το έντεχνο με την παλιά έννοια, όχι το έντεχνο λαϊκό. Μου αρέσει να αλλάζω ηχοχρώματα και να μιμούμαι, πολλές φορές δεν αναγνωρίζω κι εγώ η ίδια τον εαυτό μου.
Μιλάμε για την free jazz, την ποίηση και τα ρίσκα που παίρνεις όταν επιχειρείς να τη μελοποιήσεις.
«Η free jazz είναι σε μεγάλη πτώση. Δυστυχώς. Υπάρχει ένα είδος εγκλωβισμού αυτή τη στιγμή. Πήγα σε ένα φεστιβάλ στο Μέρτς στη Γερμανία πρόσφατα-ένα κατεξοχήν free jazz και jazz φεστιβάλ- και την είχαν σε μια τέντα μικρή, με σβησμένο το φως, δεν έβλεπες απολύτως τίποτα. Είναι απαραίτητο να βλέπεις τους μουσικούς να εκφράζονται όταν παίζουν ζωντανά, διαφορετικά τους ακούς και στο δίσκο. Όλοι οι άλλοι ήταν σε μεγάλες τέντες, με φώτα. Στις jazz σκηνές έχουν αρχίσει και βάζουν πια world γκρουπ για να μπορέσει να υπάρξει η jazz. Είναι πάρα πολύ δυσάρεστο που οδηγούνται εκεί τα πράγματα».
«Είναι δύσκολο να μελοποιήσεις ποίηση –εξαρτάται βέβαια και ποιος είσαι. Δεν μελοποιείς ποίημα προσπαθώντας να το καλουπώσεις, προσπαθείς να βάλεις μουσική στο λόγο και πρέπει πρώτα απ’ όλα να τον ακούς και να τον σέβεσαι. Οτιδήποτε μπορεί να μελοποιηθεί: ένα ημερολόγιο, τα κείμενα μιας εφημερίδας, αρκεί να σε ενδιαφέρει η μελωδία της ομιλίας».
εδώ μέρος της συνέντευξης.
[φωτο Σκεύη Ερωτοκρίτου]

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2007

ένα μιξ για το v.m.

οι συλλογές της subliminal frequencies με μουσική από τα ραδιόφωνα όλου του κόσμου είναι ένα ανεκτίμητο ντοκουμέντο ήχων με τεράστια ποικιλία και ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον: από παραδοσιακά κομμάτια και κλασικά τραγούδια από ταινίες, μέχρι σύγχρονη ποπ και hits της κάθε περιοχής.
εδώ [πιο κάτω] είναι μία επιλογή από κομμάτια από ολόκληρη την ινδία, από το ένα άκρο στο άλλο, όσα κατάφεραν και χώρεσαν σε μία ώρα δηλαδή...
m.hulot's_indian_holidays

Κυριακή, 8 Απριλίου 2007

τάμπα τούμπα


απ' το τεύχος του vice αφιερωμένο στο ιράκ, ένα άρθρο του alach minhadi με τίτλο baghdad brothel, fine wines and swimming pools:
Αllah never smiled on street walking. Under Iraq’s former Baathist regime, being a prostitute was seriously risky business. If caught soliciting or even being suspected of plying your trade, a hooker would face jail, with death commonly used as a demonstrative tool. In 2000, Saddam ordered the public beheading of 200 women, forcing all local sex-workers to join brothels in neighbouring Jordan and Syria.Now, with 75 percent unemployment among Iraqi youth (mainly due to the US government disarming the Iraqi army—the country’s main employer), the onus to provide has fallen upon women. With a society forced beyond the breaking point, their own values disintegrated under sanctions and occupation, combined with what has essentially become a US judicial system espousing Western values, local prostitution is back.
More importantly, the influx of American contractors and military officials has brought the cash to allow scenes like the above on Baghdad’s Karada Street to become a regular fixture in the visiting Westerner’s Iraq experience. The Lebanese businessmen who run this compound started out as small-time hustlers selling Viagra in Beirut but their entrepreneurial streak has led them east through Afghanistan into Iraq. They have created a secure escape from the reality they continue to exploit filled with fine wines, Cohibas, swimming pools and whores. The girls lure the Western money in and it is swiftly relieved from uniformed pockets by obliging, nubile Iraqi girls as young as 14 who are more than happy to shut up, bend over and occasionally laugh sweetly. Repeat business is common and girls can earn anything up to $2,500 a month. While the growing practice is condemned by resurgent Islamic clerical elements, it shows no sign of abating and is certainly keeping these Lebanese fellas in funny smelling aftershave for the foreseeable future.
[οι φωτο είναι της nina khoshnoudi]
στο ίδιο τεύχος υπάρχει ένα αφιέρωμα στις electro ανεξάρτητες εταιρίες της ευρώπης. σύμπτωση; διάβασα για την λονδρέζικη citinite ακριβώς τη στιγμή που άκουγα το νέο ep του robert o' dell, το cazelica, περισσότερο φανκι απ' ότι electro και σίγουρα πολύ μακριά απ' τον ήχο του detroit, με μία διασκευή στο miss you των rolling stones [την πιο αδύναμη στιγμή του δίσκου] και κομμάτια σαν σαν το αταξινόμητο triple somersault. εξαιρετικό.
εδώ είναι όσα λέει στο blog της citinite, απ' τις ελάχιστες δηλώσεις του που μπορεί να βρει κανείς:
“I was inspired by a lot of groups, from Kraftwerk to Duran Duran. The reason I have an OB-8 is because I wanted the same set-up as Thomas Dolby. But I wanted my music funky and sexy like Prince and George Clinton. I took piano lessons but I wanted to write my own stuff.
“I’ve been in different bands all my life, but things opened up when I started recording school. Where I went to school was the same place George Clinton and a lot of other major artists would come and record their music.
“I was in a band called Bratts; we got a deal with this guy George Murphy. The drummer, Craig, hooked the deal up through his mom and this lady Sandy, but in the end it got sabotaged by someone. We had Jimmy Jam & Terry Lewis lined up for producers before Janet Jackson got ’em. Anyway, I can go on for hours on how I almost made it back then!
“I love to collaborate; I made a track recently with George Clinton which will be on my second Citinite EP.
“In music you have to keep your head in the world, know who sounds like what this year and be a total artist, rehearse all the time. But most of all you have to love it and have fun... no-one wants to be in a world without Fun, Love & Money!
“Musically, I want to be something new –I hate to write for a category. I want to be a natural writer and write what’s in my heart and mind. I guess I’m ‘dance’ right now, but I mean, if I can get along with two guitar players, one bass player and a guy that plays drums, how do we sound? I got a jazz thang going on about myself too... I think that’s why I don’t have friends! Anyway, somehow I’m going to get back to being CAZELIC!”
triple somersault

μάλα

changes/forgive: ένα δωδεκάιντσο του mala, του subbass μάστερ που εξελίσσεται σε μία από τις σημαντικότερες μορφές του σύγχρονου αγγλικού underground, με kickstep και απόκοσμα φωνητικά στο changes [κάτι μου λέει ότι είναι από opus iii, το ίδιο σάμπλ που είχαν χρησιμοποιήσει και οι orbital στο halcyon and on and on, αλλά μπορεί να κάνω και λάθος...] -απίθανο dubstep, καινούργιος ήχος, κι ας είναι φτιαγμένο μόνο παλιά με συστατικά. το forgive της δεύτερης πλευράς με το παραπονιάρικο πιάνο είναι απλά ένα από τα πιο όμορφα κομμάτια που έχει βγάλει το είδος.
το άλμπουμ του mala θα βγει το σεπτέμβριο κι ως τότε ας είναι καλά το slsk, γιατί όλα τα 12ιντσα κυκλοφορούν σε πολύ περιορισμένα αντίτυπα.
από τα πιο συναρπαστικά πράγματα που διαθέτει η αγγλία σήμερα [και δεν είναι οι arctic monkeys, εννοείται...].
changes

έιμι, η νέα πέγκυ


ο θρίαμβος της έιμι. δεν ήταν ξαφνική η επιτυχία της, ούτε αναπάντεχη, όσοι την παρακολουθούν από την αρχή ήξεραν [υποψιάζονταν, έστω] ότι ήταν ζήτημα χρόνου για να φτάσει εδώ που είναι σήμερα.
για την έιμι χρειάστηκαν τρία δύσκολα χρόνια και δύο άλμπουμ -δύσκολα γιατί περιείχαν τα πάντα: μία κρίση ανορεξίας, κόλλημα με το αλκοόλ, χαρακώματα, ανεξίτηλα σημαδέματα στο δέρμα της με τατουάζ, ερωτικές περιπέτειες που έγιναν πρωτοσέλιδα.
σήμερα, το πάσχα του 2007, η μικροσκοπική έιμι γνωρίζει [πραγματική] επιτυχία και στις δυο πλευρές του ατλαντικού και μία εξωπραγματική επιτυχία στην ελλάδα -εξωπραγματική, γιατί είναι παντού, χθες το βράδυ το άλμπουμ της έπαιζε ολόκληρο σε επαρχιώτικη παμπ [the pub, θηλυκό, όπως κι η ντίσκο, άκου ΤΟ παμπ!] και σήμερα στο ψήσιμο του "αρνιού" [που είναι κατσίκι] ο νιγηριανός προμηθευτής του πάνω μαχαλά είχε σε ντάνες το cd της -που σημαίνει ότι στα παράνομα -the real hits- πουλάει πιο πολύ απ' του κωνσταντίνου βήτα!
γεγονός που επίσης σημαίνει ότι "υπάρχει μια δόση δικαιοσύνης σε αυτόν τον κόσμο" και ότι υπάρχει ελπίδα να υπάρξει σύντομα ανάσταση -έστω και αμυδρή.
δεν ξέρω τι είδους ανάσταση, αλλά την προσδοκώ...
το νέο single της έιμι είναι ένα παλιομοδίτικο σκα με άι-άι-άι και ακαταλαβίστικους στίχους, διασκευή στο monkey man των specials, αλλά περιέχει και μία πολύ groovy εκτέλεση του you know i'm no good που θυμίζει motown [βίβα έιμι].
στο χωριό η πρώην δήμαρχος έβαλε wireless λίγο πριν τις εκλογές κι έχει δωρεάν κάλυψη παντού, αλλά ο κόσμος είναι περίεργος -προφανώς χέστηκε για το wireless- και ψήφισε έναν εβδομηνταπεντάχρονο για τέταρτη [ή μήπως πέμπτη;] τετραετία.
anyway, έχω ξάδερφο σύμβουλο και free wireless και περνάω post δίπλα στο "αρνί", λίγο το' χεις;
πάω να μαζέψω ήλιο...
καλό πάσχα σε όλους.

Σάββατο, 7 Απριλίου 2007

strictly for friends


it's a fine day, people open windows [la da da da]
η φωτο από εδώ

pas mal

what about a teakettle? what if the spout opened and closed when the steam came out, so it would become a mouth, and it could whistle pretty melodies, or do shakespeare, or just crack up with me? i could invent a teakettle that reads in dad's voice, so i could fall asleep, or maybe a set of kettles that sings the chorus of "yellow submarine," which is a song by the beatles, who i love, because entomology is one of my raisons d' etre, which is a french expression i know. another good thing is that i could train my anus to talk when i farted. if i wanted to be extremely hilarious, i'd train it to say, "wasn't me!" every time i made an incredibly bad fart. and if i ever made an bad fart in the hall of mirrors, which is in versailles, which is outside of paris, which is in france, obviously, my anus would say: "ce n' etais pas moi!"...
[πάλι απ' το extremely loud & incredibly close, του jonathan safran foer, που κυκλοφορεί -κι εδώ- απ' την penguin. στα ελληνικά δεν ξέρω αν κυκλοφορεί. η φωτο, επίσης, του αντίνοου].
bass clef-how i desire

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2007

-[* *]-


The most unusual thing about Mister Morris was the fact that he was missing a leg. It got blown off when he was a soldier a long, long time ago. He’d been sitting in a trench in the middle of nowhere when a shell came screaming out of a clear blue sky. The same terrible shell that blew Mister Morris’s left leg off also killed his best friend Frank. One minute they were crouching in their trench, talking about cricket, the next minute young Frank was dead.
After the war, Mister Morris got a job in a hardware shop, selling screws and glues and nuts and bolts. If someone was hanging a door, he’d tell them what sort of hinge they needed. If they were putting up a shelf he’d tell them which brackets to buy. Whenever a customer bought a light bulb Mister Morris would insist on checking it. He’d slip the bulb out of its cardboard sleeve and twist it into a socket behind the counter. If it lit up he’d say, ‘That’s a good’un.’ If it didn’t (which was very often) he’d say ‘That’s a bad’un’, and throw it in the bin.
[απ' το ten sorry tales του mick jackson που είναι εντελώς tim burton -το ξεκίνησα για δοκιμή το πρωί και δεν μπορούσα να το αφήσω μέχρι να τελειώσει, όταν βγήκα να αλλάξω την μπλούζα που αγόρασα χθες [την πήρα μικρή] τα μαγαζιά είχαν κλείσει. ο mick jackson είναι ο συγγραφέας του the underground man και του five boys, ζει το brighton, κι
εδώ είναι μια συνέντευξή του].
[η υπέροχη φωτο της προκυμαίας του brighton είναι από τη σελίδα του
αντίνοου στο myspace].
ακούω το άλμπουμ των focus group που περιέχει πολλά μικρής διάρκειας κομμάτια [25] και μπορεί άνετα να φρικάρει κάποιον που περιμένει ν' ακούσει tracks με κανονική δομή, αλλά δεν μοιάζει με κανένα άλλο και είναι ακόμα καλύτερο από το προηγούμενό τους. στο κομμάτι 16 ακούγονται κύματα πάνω σε μια ψηφιακή φωνή γκιώνη και στο 17 έχει σαμπλαρισμένες φωνές παιδιών που παίζουν στο δρόμο, εικόνες από καλοκαίρια της παιδικής σου ηλικίας δηλαδή. αφού πάσχα δεν καταλάβαμε, τουλάχιστον ας ονειρευτούμε λίγο καλοκαίρι.
πριν από λίγο πέρασε ο επιτάφιος με αριθμό πλήθους-ρεκόρ που είχαν βάλει την τετάρτη [πού βρέθηκε τόσος κόσμος;] -θα πρέπει να είναι από τις μεγαλύτερες διαδρομές στην ελλάδα αυτή που έχουν να διανύσουν, δεν αφήνουν δρόμο που να μην τον περπατήσουν, τώρα εξηγείται γιατί ο τόπος είναι τόσο ευλογημένος [και γιατί περνάνε όλοι βολίδα]!
What about little microphones? What if everyone swallowed them, and they played the sounds of our hearts through little speakers, which could be in the pouches of our overalls? When you skateboarded down the street at night you could hear everyone's heartbeat, and they could hear yours, sort of like sonar. One weird thing is, I wonder if everyone's hearts would start to beat at the same time, like how women who live together have their manstrual periods at the same time, which i know about, but i don't really want to know about. That would be so weird, except that the place in the hospital where babies are born would sound like a crystal chandelier in a houseboat, because the babies wouldn't have had time to match up their heartbeats yet. And at the finish line at the end of the New York City Marathon it would sound like war.
[απ' το απολαυστικό extremely loud & incredibly close, του jonathan safran foer...]
το τραγούδι από κάτω είναι από το άλμπουμ του distance, πρώην μεταλά που τώρα φτιάχνει dubstep [το my demons είναι απ' τους δίσκους της χρονιάς ήδη]:
weigh down
mhulot@dyodeka.gr

nico icon

Τα δύο αριστουργηματικά της άλμπουμ που κυκλοφόρησαν αυτές τις μέρες αποδεικνύουν ότι η Nico ήταν κάτι παραπάνω από «uber goth τζάνκι Γκάρμπο», «Αρεία Ροκ Σούπερ Γλάστρα» ή οποιοδήποτε άλλο σύνθετο κλισέ γεμάτο φόβο και δέος της έχει κατά καιρούς κολλήσει η αγορίστικη rock & roll μυθολογία
H Nico ήταν Νίκος…Πολλοί δεν γνωρίζουν ίσως οτι το κορίτσι που είχε γεννηθεί στην Κολωνία το 1938 με το όνομα Christa Paffgen, πήρε το όνομα με το οποίο έμεινε στην ιστορία (αλλά κυρίως στο μύθο) από το μικρό όνομα του περίφημου Έλληνα σκηνοθέτη, ευγενούς μποέμ και αρχιερέα της αριστερής όχθης του Σηκουάνα (αλλά και του Μανχάταν αργότερα) Νίκου Παπατάκη. Τον Παπατάκη είχε ερωτευτεί στα τέλη του '50, ο κολλητός της γκέι φωτογράφος Tobias, ο οποίος αποφάσισε να τη βαφτίσει για πάντα «Νίκο». Μερικά χρόνια αργότερα, γνωρίστηκε και η ίδια με τον Παπατάκη και έγιναν αχώριστοι: Ο Nico και η Nico… Μέχρι που η κακιά η ώρα την έφερε κοντά στο καθίκι με το αγγελικό πρόσωπο, τον Alain Delon, έκαναν έρωτα και μετά εκείνη έφερε στον κόσμο το παιδί του, τον Ari, το οποίο ως γνωστόν αυτός ποτέ δεν αναγνώρισε… Μετά ακολούθησαν τα swinging χρόνια στο Λονδίνο, η σαδομαζοχιστική σχέση με τον Brian Jones, η γνωριμία με τον Dylan, η Νέα Υόρκη, το Actor’s Studio, το Factory, ο πρώτος δίσκος των Velvet Underground, η φωνή του All Tomorrow’s Parties και του Femme Fatale, το ξεμυάλισμα και το ξεμάλλιασμα με τον Lou Reed και τον John Cale, η «πτώση», η πρέζα, τα αριστουργηματικά προσωπικά άλμπουμ που δεν αναγνωρίστηκαν όπως τους άξιζε, η λήθη, το άδοξο τέλος… Δυο χρόνια πριν το θάνατο της το 1988, είχε περάσει κι απ΄ την Αθήνα (είχε ξανάρθει και παλιά στα 60s για τρελές διακοπές με τον Brian Jones) κι εγώ τότε πολύ μικρός κι ηλίθιος, πίστεψα τους μεγάλους κι έξυπνους («τι να πάμε να δούμε την τελειωμένη, μόνο στον πρώτο δίσκο των Velvets έλεγε …») και δεν πήγα στη συναυλία (από κάτι τέτοιες μαλακίες έχασα και τον Johnny Thunders πριν μας αφήσει χρόνους)… Και τώρα δοξολογούμε ακόμα και τον πιο (πραγματικά) τελειωμένο υπερήλικα πρώην ροκ σταρ που βγάζει προσωρινά το ένα πόδι από τον τάφο για να μας κάνει τη χάρη να τον δούμε live και να τσοντάρουμε στη σύνταξή του… Τέλος πάντων, περί της «Ιέρειας του Σκότους» (και της «όμορφης κόλασης» που έλεγε και η ίδια) ο λόγος…
Η παροιμιώδης φράση για τη φωνή της που αποδόθηκε στον Warhol – «σαν κομπιούτερ IBM με προφορά Γκάρμπο» - πιθανότατα ήταν δικής της έμπνευσης…
Στη διάρκεια της ζωής της, είχε κατά καιρούς αφήσει να εννοηθεί ότι είχε στις φλέβες της πολωνικό, σκανδιναβικό, eskimo, αλβανικό, ελληνικό και – φυσικά – εξωγήινο αίμα… H Nico ήταν ο σύνδεσμος ανάμεσα στα mod και ψυχεδελικά sixties και το goth μετα- πανκ κόσμο των eighties – στυλιστικός συνδυασμός που δεν έχει ξεπεραστεί στις μέρες ανακύκλωσης που ζούμε, μετά το τέλος της ιστορίας… Η ιστορία (μυστική και φανερή) των μέσων του 20ου αιώνα και ειδικά των 60s διαγράφεται από την πορεία της στο κέντρο και τις παρυφές της ποπ κουλτούρας:
Το cover girl των fifties που κατάπινε αμφεταμίνες με το κιλό για να χάσει βάρος… Η «Σουηδέζα Πριγκίπισα» που έπαιζε τον εαυτό της στη Dolce Vita του Φελίνι και κάπνιζε τζόιντς στα γυρίσματα της ταινίας μονολογώντας ακατάπαυστα …Η «πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο» που το δείπνο της ήταν μαγικά μανιτάρια τα παλιά χρόνια στην Ίμπιζα… Η Σούπερσταρ (μια από τις σούπερσταρ) του Andy Warhol που βούταγε στα τριπάκια για να βρει (και μετά να χάσει) το μυαλό της… Η αδελφή ψυχή του Jim Morrison με τον οποίο αντάλλαξαν αίμα και μετά έτρεξαν στην έρημο για να δουν οράματα τρώγοντας πεγιότε… Η συνθέτης που έκανε ηρωίνη κυρίως «επειδή είχε υπερβολικά πολλές σκέψεις στο κεφάλι της»… Το προίον του ναζιστικού τραύματος… Η «φεγγαροθεά» της μεθαδόνης (ε ρε πλάκα που έχει η ντίρλα των γραφιάδων)… Η παθολογική ψεύτρα… Η γυναίκα με το παιδικό (όχι το «παιδιάριστικο») μυαλό… Τίποτε από όλα αυτά… Κλισέ και μισές αλήθειες προς διέγερση της προσμονής… Στα δικά της τραγούδια, από το Frozen Warnings του The Marble Index (1969) μέχρι το My Heart is Empty του Camera Obscura (1985) βρίσκεται όποια αλήθεια υπάρχει στην ομορφιά μιας απόκοσμης έκφρασης…
Έχει και τα καλά του όμως ο αέναος ρεβιζιονισμός που ζούμε στην εποχή μας: Ευτυχώς η ροκ ιστορία δεν γράφεται πια αποκλειστικά από κομπλεξικά αγοράκια, σαν αυτά που επιχείρησαν να σβήσουν την αξία της περιορίζοντας την στο ρόλο της γοητευτικής, αινιγματικής, τζάνκι σούπερ γλάστρας uber goth chanteuse που πήδαγε τον Jim Morrison, τον Brian Jones και τον Jimi Hendrix και παρέμεινε on και off πρεζάκι μέχρι τα 49 της, οπότε και πέθανε στην Ίμπιζα με τον πιο «άσχετο» θάνατο: εγκεφαλική αιμορραγία μετά από μια άσχημη πτώση από το ποδήλατο της.
Το 95% των σύγχρονων ροκ καλλιτεχνών έχουν να φάνε πολλά ψωμιά για να πλησιάσουν έστω και διά της οσμόσεως την ατμόσφαιρα, τα λόγια, την πολύτιμη έκφραση, την τελειότητα που άγγιξε η Nico στα δικά της τραγούδια, και ειδικά στα δύο άλμπουμ The Marble Index και Desertshore (σε παραγωγή John Cale) που κυκλοφόρησαν πριν λίγο καιρό σε ένα διπλό άλμπουμ (συν πολλά ντέμος, ακυκλοφόρητες εκτελέσεις κλπ) με τον τίτλο The Frozen Borderline: 1968 – 1970.
Και ως επιμύθιο, μια μικρή ελεγεία για το μύθο της Nico, από το μέγα σημειολόγο της σαγήνης που μας άφησε χρόνους πριν λίγο καιρό:
«Η Nico έμοιαζε τόσο όμορφή ακριβώς επειδή η θηλυκότητα της έμοιαζε τόσο ολοκληρωτικά μεταμφιεσμένη. Αντανακλούσε κάτι παραπάνω από ομορφιά, κάτι πιο βαθύ, μια διαφορετική σαγήνη. Και εκεί ακριβώς ήταν η απάτη: ήταν μια ψεύτικη drag queen, μια αληθινή γυναίκα στην πραγματικότητα, που υποδυόταν την drag queen. Η σαγήνη είναι πάντα πιο μοναδική και πιο βαθιά από το σεξ, και απαιτεί την υψηλότερη τιμή…»
(The Ecliptic of Sex, από το Seduction του Jean Baudrillard, 1979)
[του δημήτρη πολιτάκη, από το velvet απριλίου που κυκλοφορεί]
ari's song