Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2007

fav. albums 1-10

01. panda bear-person pitch
I don’t know where, but he takes me there.
Tην πρώτη φορά που άκουσα το Person Pitch του Panda Bear νόμιζα ότι τα αρχεία που είχα περάσει στο κινητό μου είχαν υποστεί κακό conversion. Ο δίσκος ακουγόταν σαν να του κάναν mastering μέσα στο πηγάδι που είχε χωθεί ο Τόρου Οκάντα στο Κουρδιστό Πουλί του Μουρακάμι. Δεν ήταν δυνατόν να ήθελαν να το κυκλοφορήσουν αυτό το πράγμα έτσι. Δεν χωρούσε στον μικρό εγκέφαλο μου. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Με βρήκε απροετοίμαστο.
Αλλά έπρεπε να μου αρέσει ο δίσκος. Ο Νόα Λένοξ είχε πει σε συνέντευξη στο Pitchfork ότι τον έγραψε με δύο SP 303. Το φθηνότερο και πιο απλό σάμπλερ που υπάρχει δηλαδή. Και τίποτα άλλο! Απίστευτο! Πού τα βρήκε μέσα στο πηγάδι? Δεν μπορούσα να καταλάβω.
Ο μόνος άνθρωπος που ξέρω που δεν μπορούσε να δει την εικόνα μέσα στα στερεογράμματα ήμουν εγώ. Όλοι οι φίλοι μου λέγανε: «Πω Πω! Έχω φάει τα σκατά μου! Δεν χορταίνω να τα κοιτάω! Κόλαση ε;» Και τα κατεβάζανε δέκα δέκα από το ίντερνετ. Ένας διάβασε όλη την Οδύσσεια του Διαστήματος σε στερεόγραμματα. Ένας άλλος έφτιαξε στερεογραμμμικό τέτρις σε τζάβα. (http://ikoukas.users.uth.gr/). Μόνο εγώ δεν μπορούσα να παίξω. Τα τούβλα ήταν μέσα στο στερεόγραμμα. Μου λέγανε να μην κοιτάω την εικόνα. Να την κοιτάω, αλλά και συγχρόνως να μην την κοιτάω. Ένιωθα άχρηστος. Και συγχρόνως ηλίθιος. Δεν μπορούσα να καταλάβω.
Το Person Pitch είναι το πρώτο στερεόγραμμα που κατάλαβα και με κατάλαβε. Ίσως το δεύτερο, μετά το Aτέλειωτο Kαλοκαίρι του Fennez. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι δύο δίσκοι ουρλιάζουν τις Beach Boys αναφορές τους. Εκεί όμως που ο αυστριακός έκρυβε 4 μελωδίες πίσω από τόνους patterns στατικού ηλεκτρισμού, ο ντράμερ των Animal Collective σου σκάει στο κεφάλι 8 εκατομμύρια από δαύτες. Μόνο που τις καταχωνιάζει πίσω από επιληπτικά στρώματα reverb. Αρκεί να ακούς, και να μην ακούς συγχρόνως. Μετά από 5 φορές τα layers από τα φωνητικά θα έχουν καρφωθεί με βία βαθιά στο υποσυνείδητο.
Όταν ακούω πια το Person Pitch νιώθω σαν να με βουτάνε μέσα σε ένα τεράστιο καζάνι με μαλλί της γριάς. Και να με κουνάνε και να ρίχνουν κι άλλη ζάχαρη, κι άλλη, κι άλλη και να με ανακατεύουνε και να με πετάνε έξω, αλλά με αυτιστικό ρυθμό και κακό quantize.
Τελειώνοντας, με τον πιο κλισέ τρόπο, δηλαδή παραφράζοντας το από μόνο του κλισέ αυθαίρετο συμπέρασμα του Eno για τον πρώτο δίσκο των Velvets (καταφέρνοντας δηλαδή να αναιρέσουμε το κλισέ με ένα δεύτερο, και να κερδίσουμε επάξια μια θέση στο hall of fame της νόρμας και της τυπικότητας ας αναφέρουμε το εξής):
«Το Person Pitch όταν πρωτοκυκλοφόρησε δεν το άκουσε πολύς κόσμος. Αλλά όσοι το άκουσαν έτρεξαν και αντί να δημιουργήσουν συγκροτήματα, παράτησαν τα δικά τους, αγόρασαν ένα φτηνό σάμπλερ, το βουτήξαν στο ριβερμπ και αγοράσαν ένα βιβλίο με στερεογράμματα για 11χρονους. Τώρα που μιλάμε κάνουν εξάσκηση στο σπίτι. Τα αποτελέσματα θα φανούν σε μερικά χρόνια».
Larry Gus

02. burial-untrue
Δε σκέφτομαι από πού θα έρθουν οι σκοτεινές μέρες, από μέσα μου ή απ’ έξω. Είμαι αισιόδοξος και σ’ αυτό μ’ αρέσει να ταμπουρώνομαι. Αλλά να που στα ξαφνικά κρατώ ένα κομμάτι του soundtrack τους στα χέρια μου, και ψάχνω την ταινία, το μοντάρισμα, το φωτισμό, που κοίτα, όλα τους βρίσκονται σε μια τυπική νύχτα που δε θα θέλω να βγω απ’ το δωμάτιό μου. Απλά. Τόσο, που από αυτό είναι να τρομάζεις περισσότερο.
Το “Untrue” –εύστοχος τίτλος για την περίσταση, δεν το περίμενα– λέω πως είναι πιο φωτεινό απ’ το περσινό “Burial”. Σιγά το φως, μια σπίθα στα μαύρα σκοτάδια και κάτι έγινε. Έχει και περισσότερες «φωνές». Μα και το μυαλό μου έχει. Ακούγοντάς το μπερδεύεσαι, δεν ξεχωρίζεις αν είναι από λαρύγγι ανθρώπινο, αν έρχονται απ’ τα ηχεία ή απ’ τον επάνω όροφο, αν μιλάνε άλλοι ή εσύ μονολογείς και το δυσκολότερο, αν έρχονται από βαθιά εντός σου. Δε θέλει να βγει σε λάιβ ακούω. Και ποιος θα ήθελε να λύσει το μυστήριο, όταν αυτό εκφράζει απόλυτα τη δεκαετία των δύο μηδενικών. Μπορεί πλέον να γραφτεί ικανή μουσική από ανθρώπους που δεν κρατούν στα χέρια τους κάποιο όργανο. Ανώνυμους. Αυτό είναι το τίμημα, κι είναι τέτοιο επειδή φέρνει αναπόφευκτα την αντίληψη στα όριά της. Συν την αισθητική. Την έκφραση και τους κώδικες επίσης.
Το έχουν κάνει και συνεχίζουν να το κάνουν κι άλλοι, ο Burial όμως δημιουργεί τη σχολή. Τελεία. Για τα τραγούδια του που ξεπατικώνουν το ιδιάζον των μοναχικών ωρών, την πίκρα του μάταιου που δεν έχει τέρμα, για τη hype τοξικότητά του, επειδή συνθέτει μουσική μετέωρη, ατέρμονη, χωρίς άκρα. Προπάντων, όμως, επειδή είναι φρέσκος κι επειδή είναι τόσα πολλά που στην τελική δεν είναι. Δεν μπορεί, του αναγνωρίζεις τον τρόπο να μιλάει για παγωμένα, στοιχειωμένα τοπία κι επικίνδυνες γωνιές χωρίς καν να έχει διαβεί το κατώφλι της πόρτας του. Μόνον με υποψίες. Θεολογώντας. Επειδή άκουσε μελωδίες σαν το “Archangel”, το “Near Dark” ή το “Raver” στο μυαλό του και τις αναπαράγει πατώντας πλήκτρα και δουλεύοντας καταχρηστικά το copy/paste. Επειδή φαντάζεται περισσότερο από άλλους.
Μπορείς να βρεις λόγους για να σ’ απωθήσει ο μη πραγματιστικός και μη απτός κόσμος του “Untrue” (είναι μονόχνοτος είναι ο ένας). Κανέναν ωστόσο που να αντικρούει τη μοναδικότητά του για το 2007. Replay…
Πάνος Πανότας Αρχισυντάκτης του
www.mic.gr.

03. john maus-love is real
Σε όλη τη διάρκεια του άλμπουμ τραγουδάει σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα σαν να το κάνει επίτηδες, με ένα στόμα μπουκωμένο και μια φωνή μπάσα λες και σε κοροϊδεύει, λες και παίρνει πόζες μπροστά στον καθρέφτη και τραγουδάει καραόκε. Μετά μαθαίνεις ότι τραγουδάει όντως καραόκε! Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό ακριβώς, μάλλον ότι δεν έχει γκρουπ, ότι παίζει μόνος του όλα τα όργανα [;], ότι τραγουδάει πάνω στα drum machine που έχει προηχογραφήσει και παίζουν σε ένα ρυθμό ντουμ ντουμ ντουμ, πιο eighties δεν γίνεται. Συνοδεύει τον Ariel Pink στα live του, ανοίγει τις εμφανίσεις του Panda Bear, τα κομμάτια του είναι τίγκα στο ριβέρμπ και στην παραφωνία. Ακόμα και τότε όμως που οι μελωδίες γίνονται ξεκούρδιστες και νομίζεις ότι βαριέται, κάτι κάνει και δεν σώζει απλά το τραγούδι, αλλά το απογειώνει. Αν ο Panda Bear κατάφερε να φτιάξει με μια βουτιά στα 60s κι ένα φτηνό sampler ένα δίσκο που δεν υπάρχει νέος μουσικός του σήμερα που να μην ζήλεψε, ο John Maus βούτηξε στα 80s και έφτιαξε ένα αριστούργημα παίζοντας με ακόμα πιο απλές φόρμες. Όπως έγραψε κι ο τύπος στο Drown in Sound: "God? Is that you? Nar son, it’s just Ian Curtis. He's taking his smile back..."

04. p.j.harvey-white chalk
Παρατηρήστε το εξώφυλλο του «White Chalk»˙ η Πι Τζέι Χάρβεϊ ποζάρει μπροστά σε σκούρο φόντο, φωτισμένη άτσαλα και υπερβολικά, με τα χέρια ακουμπισμένα στα πόδια της. Κοιτάει μπροστά, επίμονη. Φορά ένα φόρεμα που την κάνει να μοιάζει με σουφραζέτα -παρομοίωση που δεν διατυπώνεται δα και για πρώτη φορά στην καριέρα της. Το πρόσωπό της είναι ωχρό. Δεν πρόκειται για κανένα τυπικό «PJ Harvey» εξώφυλλο, σίγουρα, ωστόσο ο δίσκος τον οποίο συνοδεύει είναι απολύτως συνεπής στις προσδοκίες που αυτό με αξιοθαύμαστη σαφήνεια δημιουργεί.
Η PJ Harvey του «White Chalk» ακούγεται σαν να έχει κατεβάσει κανένα κουτί ηρεμιστικά. Σύμφωνοι, είμαστε πλέον εξοικειωμένοι με τις κατά καιρούς μεταμορφώσεις της, από έμμονη ρέπλικα της Πάτι Σμιθ σε μανιοκαταθλιπτική, αναμαλλιασμένη Ιουδήθ και τ’ ανάποδο. Ωστόσο ποιος θα μπορούσε να το φανταστεί λίγα χρόνια πριν πως ετούτη η (σε κάθε περίπτωση) φωνασκούσα αλήτισσα θα μπορούσε να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής της, να βγάλει τα όργανα από την πρίζα, να γειώσει τους ενισχυτές και να καθαρίσει τον ήχο της από όλες εκείνες τις μαξιμαλιστικές φλοίδες για τις οποίες έγινε διάσημη; Σε κάθε περίπτωση, οι Κασσάνδρες θα χρειαστεί να περιμένουν περισσότερο στη διαβόητη γωνία τους. Το «White Chalk» είναι ένας αναπάντεχος θρίαμβος.
Η λέξη «έκπληξη» αποτελεί μια ταπεινή περιγραφή του συναισθήματος που καταλαμβάνει όποιον ξεκινά να ακούσει τον όγδοο δίσκο της Πόλι Τζιν Χάρβει. Η Πόλι, σχετικά ήρεμη, υποτονική και καθόλου βωμολόχος απαγγέλλει -με τη συνοδεία ενός φάλτσου πιάνου, μιας ξεδοντιασμένης άρπας και κάποιων ισχνών εγχόρδων στο βάθος- διάφορους αναιμικούς, ασαφείς και αλλοπαρμένους στίχους, οι οποίοι με κάποιον αλλόκοτο τρόπο καταφέρνουν και συγκινούν. Για την ακρίβεια, η ατμόσφαιρα του δίσκου είναι σχεδόν θρησκευτική. Η Πόλι απεκδύεται θεαματικά την (καθαρόαιμα) αστική της ταυτότητα, αγνοεί επιδεικτικά τις πολυθρύλητες ροκ καταβολές της και μεταμορφώνεται σε έναν απόκοσμο μύστη, σαν να είχε στοιχηματίσει με κάποιον ότι με αυτόν τον δίσκο οι μουσικοκριτικοί θα την αποκαλέσουν «ξωτικό». Σαν να διασχίζει ξυπόλητη μια λεωφόρο.
Όσο δυσβάσταχτη κι αν είναι η απουσία της θερμόαιμης καρδιάς της, η οποία μέχρι πριν λίγο καιρό έμοιαζε αντίστοιχα ηλεκτρική με αυτήν του κεραυνού, στο «White Chalk» μπορεί να ακούσει κάποιος μια πραγματική καλλιτέχνιδα να πειραματίζεται και να βγαίνει κερδισμένη. Ακόμα και ως θηλυκός, βρετανός Τομ Γουέιτς της εποχής του «Bone Machine».
Ηλίας Νικολαΐδης

05. caribou-andorra
Ο εξαίρετος κύριος Dan Snaith, όταν δεν μπλέκει σε δικαστικές μάχες για να διασφαλίσει το καλλιτεχνικό όνομά του (Manitoba) φτιάχνει μουσικές που είναι πραγματικά υπεράνω διεξοδικής ανάλυσης. Στο τέταρτο album του, στην ουσία ενσταλλάζει την εμπειρία του από την θορυβώδη σχέση του με την ηλεκτρονική, ρυθμική πρωτοπορία, βάζει φωτιά στις ετικέτες και σχεδόν σαδιστικά παραδίδει ένα album που σαγηνεύει τους indie rockers, “ρίχνει” τους εραστές της sunshine pop, φέρεται ως ρυθμολάγνο αλλά στην ουσία είναι αθεράπευτα μελωδικό, φλερτάρει το χάος της πρωτοπορίας αλλά κωλοκάθεται με ηδονιστική απόλαυση στο mainstream της “τσιμπημένης” pop.
O Dan Snaith δεν έχει κανένα ηθικό περιορισμό: στόχος του είναι το υπερβατικό psych-out με ξαφνικές σοκαριστικές παρεμβάσεις των τυμπάνων ή με την ειρωνική – σχεδόν- αναπαραγωγή του ορθόδοξου sixties σκηνικού με τα παστέλ μουτράκια και τις χαριτωμένες πόζες. Είναι καταπληκτικός προβοκάτορας ο Snaith και το “Andorra” είναι το κοντινότερο που έχει φτάσει ποτέ στην ισορροπία μεταξύ θορυβώδους διάνοιας και αρμονικής ροής.
Με το “Sandy” πάει στο καλοκαίρι της αγάπης, με το “She’s The One” προσποιείται (πετυχημένα) την εποχή της αθωότητας, με το “Niobe” πλέκει μοτίβα –στερεότυπα- ψιλοβελονιά πάνω σε ψυχεδελικούς καμβάδες... νομίζω δε γίνεται να αποφύγεις τα κλισέ για να τον περιγράψεις. Και ο ίδιος, χαίρεται περισσότερο απ’ όλους, όταν αντι για κλισέ που περιμένεις σε λούζει με τις ιδιορυθμίες του...
Μάρκος Φράγκος

06. religious knives-remains
Απ’ τα ονόματα που υπόγεια και ύπουλα χτίζουν μια νέα αμερικάνικη σκηνή. Όπως κι αν χαρακτηρίσει κανείς τη μουσική των Νεοϋορκέζων θορυβοποιών Religious Knives -drone, electro-psych, ambient metal- σημασία έχει ότι είναι μυσταγωγική και σε καθηλώνει. Μετά από αρκετά EP και singles σε περιορισμένη έκδοση, το πρώτο άλμπουμ τους συγκεντρώνει μερικές από τις σημαντικότερες στιγμές τους, που απαιτούν την ένταση στη διαπασών για να δείξουν το μεγαλείο τους. Μαζί με τους Excepter και τους Sunburned Hand Of The Man ξαναδίνουν υπόσταση στην έννοια «αμερικάνικο underground».

07. animal collective-strawberry jam
Αποδομώντας τους Beach Boys. Σχιζοφρενικό. Εκεί που η μελωδία εμφανίζεται μέσα από μπουρμπουλήθρες ή τον λουπαρισμένο ήχο του μπάντζου και νομίζεις ότι επιτέλους έφτιαξαν ένα συμβατικό τραγούδι, καταργούν κάθε έννοια του νορμάλ και διασκεδάζουν παίζοντας με τις αντοχές σου. Ουρλιαχτά, κραυγές, οι ήχοι ενός λούνα παρκ του παραλόγου, ένας ψυχεδελικός αχταρμάς με τέτοιον ηχητικό πλούτο που απαιτεί υπομονή και αφοσίωση για σου αποκαλυφθεί. Κι αν τα καταφέρεις να εισχωρήσεις στον κόσμο τους, σε κερδίζουν για πάντα. Για πολλούς θεωρήθηκε ο πιο αδύναμος δίσκος τους, τα συγκεκριμένα τραγούδια όμως είναι αυτά που προκαλούν το χαμό στα live τους. Και το strawberry jam το άλμπουμ που θα τους χαρακτηρίζει σε δέκα χρόνια. Εύχομαι να είμαστε όλοι καλά, και τότε τα ξαναλέμε…

08. wooden shjips-wooden shjips
Κατευθείαν απ’ το Σαν Φρανσίσκο του παρελθόντος. Τόσο παλιομοδίτικοι και κολλημένοι με τον ήχο που λατρεύουν [το οποίο «πάει πακέτο» με το ανάλογο attitude, οι επεξηγήσεις είναι περιττές] που τους αντιμετωπίζουν σαν γραφικούς. Σε πέντε απολαυστικά τραγούδια όμως χώρεσαν τους Doors και τους Jefferson Airplane, τον Hendrix, αλλά και τους Spacemen 3, τη φασαρία και το reverb, τα ψυχεδελικά μουρμουρητά και τις ταξιδιάρικες συνθέσεις φτιάχνοντας ένα άλμπουμ με κομμάτια που «λάμπουν σαν ήλιοι». Χωρίς λουλούδια στα μαλλιά. Τα άλλα χαρακτηριστικά είναι όλα παρόντα.

09. saul williams-the inevitable rise and liberation of niggy tardust
Σε μια χρονιά που το χιπ χοπ φάνηκε να χάνει μεγάλο μέρος της δύναμής του, τουλάχιστον εμπορικά, ο Saul Williams τόλμησε να «χαρίσει» το άλμπουμ του στο ίντερνετ, καταφέρνοντας να αποδείξει ότι τα καλύτερα πράγματα στη ζωή είναι δωρεάν. Το αξιοθαύμαστο είναι ότι πρόκειται για δουλειά χρόνων, με τον Trent Reznor των Nine Inch Nails στην παραγωγή, τον Alan Moulder στο mix και 15 κομμάτια που τσακίζουν, τίποτα πρόχειρο, καθόλου αρπαχτή. Μπορεί να είναι νέα ήθη που τα διαμορφώνει η ανάγκη, αλλά δεν μπορείς να μην εκτιμήσεις τη φιλοσοφία του «δωρεάν», της μουσικής σαν λαϊκού αγαθού και όχι μέσο για να πλουτίσει ο κάθε αστοιχείωτος ράπερ που δεν ξεφεύγει ποτέ απ’ τη νοοτροπία του gangsta. Σοφιστικέ στίχοι, πολιτικοποιημένοι, από έναν ποιητή των '00s [κυριολεκτικά, χωρίς υπερβολές].

10. voice of the seven woods-voice of the seven woods
Αυτός ο νεαρός τύπος, ο Rick Tomlinson, που δηλώνει σαν επιρροές του τον Daniel Fichelscher και τον Dave Tyack -αλλά και μια χήνα που τον κυνηγούσε κάποιο σαββατοκύριακο σε όλο το Birmingham- είναι τόσο δημιουργικός και πολυγραφότατος, που κάνει τους συνομηλίκους του -που γίνονται σουπερστάρ με τρία κομμάτια- να φαίνονται σαν ανόητα πιτσιρίκια που παίζουν με τα παιχνίδια τους. Λατρεύει το τούρκικο psycho folk και το krautrock, πειραματίζεται με ένα σωρό παραδοσιακά έγχορδα και δεν έχει καμία σχέση με τον ήχο της Αγγλίας του σήμερα. Σε μια χρονιά που όλα ήταν ίδια, ξεχώρισε σαν τη μύγα μες στο γάλα.

[ένα μεγάλο ευχαριστώ στους τέσσερις κυρίους που μου έδωσαν τόσο όμορφα κείμενα για τα άλμπουμ των panda bear, burial, pj harvey και caribou. τα review τους γράφτηκαν για το γιορτινό τεύχος της lifo που κυκλοφορεί, εδώ είναι ολόκληρα. τους είμαι υποχρεωμένος].