Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2007

κάτω τα χέρια από τον ζήκο


Τη γλίτωνε για πολύ καιρό, αλλά ήταν θέμα χρόνου να μπει στο σύγχρονο θεματικό πάρκο νοσταλγίας της «παλιάς καλής Ελλάδας» ακόμα κι ο αειθαλής και υπερβατικός «μπακαλόγατος» του Χατζηχρήστου.
Τόσα χρόνια δουλεύει αυτή η φάμπρικα με τις μεταφορές παλιών ελληνικών ταινιών στη θεατρική σκηνή, υπό τη μορφή θεματικών πάρκων ηθογραφίας και «παλιάς καλής λαϊκής θυμοσοφίας» (με το ανάλογο νοσταλγικό playlist στο σάουντρακ) κι αναρωτιόμουν πώς και δεν αποφάσισε ν' ανεβάσει κανένας ξύπνιος ηθοποιός- θιασάρχης-σκηνοθέτης το έργο Της Κακομοίρας. Τον Ζήκο τον μπακαλόγατο δηλαδή, του οποίου η καλτ (ή μάλλον το Ταό) όσο θυμάμαι τον εαυτό μου δεν έχει σταματήσει να μεγαλώνει και να εξαπλώνεται σε όλες τις κατηγορίες κοινού, από τους «λαϊκούς» μέχρι τους «ψαγμένους». Δημοτικότητα που δεν έχει να κάνει τόσο με τη γενικότερη παραλυτική νοσταλγία για μια φαντασιακή πτωχή πλην τίμια, αγνή και ντόμπρα προδικτατορική Ελλάδα, αλλά με τις ελεύθερης σκόπευσης, αυτοσχεδιαστικές, μοντέρνες σχεδόν ατάκες του Χατζηχρήστου, που μοιάζουν να υπερβαίνουν το χρονικό και κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο διαδραματίζεται η ταινία του Ντίνου Κατσουρίδη που βασίστηκε στο θεατρικό κείμενο του Γιαννακόπουλου:«Εμένα πάρε με με το καλό, να γίνω μούσι να με ξουρίσεις»... «ένα και μοναχικό έχει μείνει»... «Εσένα που σ' έχω δει αλλού; Εσύ πριν πάρεις ταυτότητα ανθρώπου, πού ήσουνα;»... Και φυσικά τον ξέφρενο μονόλογο που εξαπολύει ο Ζήκος απνευστί προς τον «πεθερό» του: «Εγώ, κυρ Σωτήρη μου, βεβαίως ευρίσκομαι σε μια ηλικία όπου πάσα ένας τις άνδρας πρέπει να φροντίζει για το μέλλον του. Γιατί όπως ξέρουμε από αρχαιοτάτων χρόνων, ο άνδρας είναι το ισχυρό φύλο: ο άνδρας είναι ο ανήρ και η γυναίκα το θήλυ - διότι και η Καινή Διαθήκη και η Βίβλος μας εδίδαξε ότι ο άντρας κατά τους πολέμους, τους ιστορικούς πολέμους, τους βαλκανικούς αγώνες, όλα αυτά δηλαδή τα τελωνειακά ζητήματα εκλογικών καταλόγων, βιβλιαρίων, το μη χείρον βέλτιστον, διερχομένων αυτών, βοήθειά μας, δι' ευχών των αγίων πατέρων ημών, κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς αμήν. Κατάλαβες, κυρ Σωτήρη μου; Ευτυχώς, γιατί δεν κατάλαβα εγώ, κυρ Σωτήρη μου».
Αυτή η ταινία ήταν και η μοναδική στιγμή της κινηματογραφικής καριέρας του Χατζηχρήστου που επέτρεψε στον εαυτό του να υπερβεί τα περιοριστικά κλισέ του στερότυπου του «Θύμιου» που τον έκαναν διάσημο, και να αμοληθεί σε μια απολαυστική διεγερτική εκτόνωση. Δεν ήταν άλλωστε κι ο πιο αφοσιωμένος υπηρέτης του Θέσπη ο αείμνηστος κωμικός. Θυμάμαι, λίγο πριν πεθάνει, τον είχαν ρωτήσει γιατί δεν έπαιξε ποτέ Αριστοφάνη στην Επίδαυρο, όπως άλλοι κωμικοί του τότε και (κυρίως) του σήμερα, κι αυτός απάντησε: «Έλα μωρέ τώρα, κελεμπίες και μάσκες. Καραγκιοζιλίκια πράγματα. Δεν είναι για όλους αυτά...».
Ήταν θέμα χρόνου φυσικά να επιχειρήσει κάποιος από τους συνήθεις υπόπτους της πιάτσας να λουστράρει το «κλασικό» έργο για το σανίδι με τα μέσα της τηλεοπτικής αισθητικής σε μια παράσταση σύγχρονου βαριετέ για όλη την οικογένεια. Ο Πέτρος Φιλιππίδης (σκηνοθέτης επίσης και της Θείας από το Σικάγο που συνεχίζεται και φέτος σε άλλο θέατρο) είναι ο σκηνοθέτης του Μπακαλόγατου, ο οποίος θα επωμιστεί φυσικά και το βάρος του κεντρικού ρόλου που θα διακομιστεί βίαια από την εποχή της μαζικής αστυφιλίας του 1963 στην Αθήνα των οικονομικών μεταναστών του 2007. «Ούτε ένας δεν με ρώτησε "μα γιατί το κάνεις αυτό;"» δήλωσε ο γνωστός ηθοποιός σε μια συνέντευξή του.
Ερωτώ εγώ λοιπόν, αν και η απάντηση είναι προφανής. Στόχος είναι το τηλεοπτικής εκπαίδευσης κοινό του «μεσαίου χώρου» που νυστάζει στο «κανονικό» θέατρο, αλλά δεν καταδέχεται και να τραβηχτεί στην μπασκλασαρία της επιθεώρησης. Κοινό εθισμένο στην παραμύθα της «παλιάς καλής Αθήνας» με τις αυλές, τα παλικάρια και τις κοπελιές, τα καλόβολα καλαμπούρια, το αγιόκλημα και γιασεμί και όλα τα κλασικά τοτέμ και ταμπού που βρικολακιάζουν στην εποχή μας με το φετιχισμό της αναπαράστασης εποχής - που δεν είναι ελληνικό φαινόμενο φυσικά, απλά εδώ αυτό το κόλλημα τονίζει ακόμα περισσότερο την παντελή έλλειψη σύγχρονης θεατρικής, κινηματογραφικής, τηλεοπτικής αντίληψης. Και όσο «φροντισμένη» και «καλοπαιγμένη» μπορεί να είναι μια παραγωγή «εποχής» όπως το τηλεοπτικό Δέκα, ας πούμε, είναι αδύνατον να ξεχάσεις ούτε για μια στιγμή ότι παρακολουθείς μια κατασκευή, ένα σκηνικό, ένα μαυσωλείο που δεν μπορεί φυσικά να εκσυγχρονίσει το παρωχήμενο και μισογυνικό σύμπαν του βιβλίου του Καραγάτση.
[του δ. πολιτάκη. από τη lifo].