Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2007

μουσταλευριά


>εφιάλτης. να μπαίνεις στο σπίτι και να μην υπάρχει πιάτο, ποτήρι και κατσαρολικό αχρησιμοποίητο, όλα στοίβα στο νεροχύτη και κάτω απ' την εξώπορτα ένα σημείωμα με sorry. σκέτο. αδιευκρίνιστο για ποιο λόγο. ένα sorry προκαταβολικό ή ένα sorry καθυστερημένο; δεν ξέρεις τι να σκεφτείς, είναι τρισήμιση το πρωί, στο μυαλό σου έρχονται εικόνες από το fatal attraction, η γειτόνισσα που θα σε κάνει φέτες όπως στο happiness, σίριαλ κίλερς, διαρρήκτες που σε έχουν βάλει στο μάτι. μέχρι να το επεξεργαστείς στο μυαλό σου έχεις ξεραθεί. σέκος απ' τη κούραση.
>η μουσταλευριά σαρντονέ [chardonnay, βεβαίως] γίνεται από μούστο της ομώνυμης ποικιλίας και δεν έχει καμία σχέση με τη μουσταλευριά του ροδίτη ας πούμε, ας μην μιλήσουμε για τη μπλιέξ μουσταλευριά του παρακατιανού σαββατιανού ή την στιφή μουσταλευριά του καμπερνέ. μόνο η μουσταλευριά του ρομπόλα τη φτάνει κάπως, αλλά η καλύτερη μουσταλευριά γίνεται από σαρντονέ. τελεία. λευκή, διαυγής, χωρίς τη λιγωτική γλύκα του μούστου. φροντίζεις κι εσύ γι' αυτό. στα διακόσια πενήντα εμέλ μούστου προσθέτεις ένα ποτηράκι του κρασιού νερό, μετά ρίχνεις λίγο από το μίγμα σε ένα μπολ και το υπόλοιπο το βάζεις σε κατσαρόλα να βράσει. διαλύεις στο υγρό του μπολ δυο μεγάλες κουταλιές κορνφλάουρ [καλά γεμάτες] και τα προσθέτεις στο μούστο που ζεσταίνεται ανακατεύοντας συνέχεια. μόλις αρχίσει να πήζει τη ρίχνεις σε μπολ και προσοχή! δεν προσθέτεις ούτε κανέλλες, ούτε καρύδια και τέτοια αηδιαστικά στην παρούσα φάση. η μουσταλευριά πρέπει να είναι αρκετά υγρή, διότι θα πήξει μόλις κρυώσει και δεν θέλεις να γίνει και στόκος. κρέμα τη θέλεις. την αφήνεις μερικές ώρες να βγάλει αρώματα [καλά, μην περιμένεις να μυρίσεις φράουλες και τριαντάφυλλα, μούστο έβρασες], προσθέτεις τα παραπάνω αηδιαστικά και καλή όρεξη.
η ποσότητα είναι για δυο μπολ. τώρα πού θα βρεις μούστο σαρντονέ, είναι ένα θέμα, αλλά μέχρι εδώ μπορούσα να βοηθήσω. ή είσαι γκουρμέ ή δεν είσαι.
>ο νέος burial γα-μά-ει.