Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2005

ένα συγκλονιστικό dj set


Take me out tonight…
Τι ήταν για μένα οι Στέρεο Νόβα; Το πρώτο (και μοναδικό) ελληνικό συγκρότημα που λάτρεψα, οι εκπρόσωποι μιας γενιάς που γαλουχήθηκε ακούγοντας κυρίως ξένη μουσική (ή μόνο ξένη) και κατάφεραν ό,τι δεν είχε καταφέρει κανείς μέχρι τότε: να με αναγκάσουν να γίνω -από την πρώτη φορά που τους άκουσα- φανατικός οπαδός τους. "Ήταν κυριολεκτικά ένα μικρό θαύμα που γεννήθηκε μέσα στα κλαμπ με την σκληρή τέκνο, το μελαγχολικό πρόσωπο μιας γενιάς που έκρυβε την ευαισθησία της στα παγωμένα beat και στο χαπάκωμα με τόνους χημικών, ένας από μας, τα παιδιά που διασκέδαζαν δίπλα μας, που κυκλοφορούσαν τη νύχτα, που ίδρωναν στον ίδιο χορό και έβλεπαν τον κόσμο με ίδια μάτια" [sorry, αλλά δεν θυμάμαι πια από πού το έχω αποστηθίσει...]. Ήταν οι έλληνες εκπρόσωποι των ιθαγενών clubbers, των δικών μας weekenders που δούλευαν ολόκληρη την εβδομάδα για να ζήσουν όσο πιο έντονα γινόταν το σαββατοκύριακο. Παιδιά από λαϊκές συνοικίες, αλλά όχι λαϊκοί με την έννοια που την αισθανόσουν μέχρι τότε, ίσως γιατί δεν είχε υπάρξει κανείς άλλος παρόμοιος. Η μουσική τους είχε λίγο απ’ το soundtrack ενός συνειδητοποιημένου clubber: λίγο massive attack, λίγο τέκνο, μπόλικη electronica, αυτό όμως που έκανε τους Στέρεο Νόβα να ξεχωρίζουν δεν ήταν η μουσική τους. Ήταν η εκπληκτική urban poetry, η εντελώς μοντέρνα ποίησή τους, που εξέφραζε όλα αυτά που ήθελαν όλοι να πουν αλλά δεν έβρισκαν τα λόγια. Συγκλονιστικοί στίχοι, σπουδαίοι μέσα στην απλότητά τους, η διαδρομή με το λεωφορείο μέχρι τη Νέα Ζωή, ο θρήνος για ένα φίλο που χάθηκε, η ζωή στα προάστια, ένα τραγούδι για το Σάββατο βράδυ. Ένας χείμαρρος λέξεων, ένας μελαγχολικός ψίθυρος, μια σιωπηλή κραυγή. Ήταν απίστευτο το πόσο εύκολα μπορούσες να τους απομνημονεύσεις, ίσως επειδή ολόκληρη η καθημερινότητά σου περνούσε μέσα απ’ αυτούς τους στίχους, ήσουν εσύ. Οι Στέρεο Νόβα ήταν ένα συγκρότημα που δεν ντρεπόσουν να ακούς, απεναντίας, κάθε φορά που άκουγα νέα τους δουλειά ή έβλεπα live τους, αισθανόμουν μια παράξενη περηφάνια, χαιρόμουν που ήταν πολύ καλύτεροι από πολλούς ξένους αντίστοιχους. Και για πρώτη φορά περίμενα με αγωνία και περιέργεια καινούργια δουλειά από ελληνικό συγκρότημα, περίμενα τη νέα performance τους, αναζητούσα συνεντεύξεις, πραγματικός fan!
O πρώτος δίσκος τους ήταν κάτι πραγματικά καινούργιο, που δεν είχε σχέση με τον μίζερο ροκ ήχο των υπόλοιπων συγκροτημάτων, δεν ήταν οι φτωχοί συγγενείς που έφτυναν ασυνάρτητους φθόγγους [που σήμαιναν κάτι μόνο για τους ίδιους], δεν φορούσαν μαύρα, δεν ήταν απ’ το ίδιο ανέκδοτο. Είχαν βρει επιτέλους έναν τρόπο να εκφραστούν και να εκφράσουν κι ένα μεγάλο μερίδιο του κοινού που δεν σεληνιαζόταν με Τρύπες και Ξύλινα Σπαθιά, που στην ελληνική μουσική έβλεπε ένα κενό, μια τρύπα. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο κατόρθωμά τους. Είχαν περισσότερη σχέση με τους στίχους του Morrissey [ακόμα και του Curt Cobain] απ’ ότι οποιοσδήποτε ροκάς, άκουγες το θλιμμένο hey hey του unfinished sympathy, το set adrift on a memory bliss, έγραφαν τραγούδι για την Ευδοκία.
Σκέψου θετικά και μη γελάς με ηλίθια αστεία…
«Έτσι ξεκίνησε η ιστορία των Στέρεο Νόβα. Με μια διάθεση να δουν καθαρά κάποια πράγματα με τα αθώα μάτια που μπορούν να έχουν οι νέοι. Αθωότητα, οργή, όνειρα, επιπολαιότητα, όλα αυτά που φτιάχνουν το σώμα και τη συνείδηση. Άνθρωποι που δεν τους ενδιέφερε ποτέ να σταθούν επαγγελματικά μέσα στα μουσικά δρώμενα. Ο πρώτος δίσκος τους ήταν ένα πείραμα κι αυτό διατηρήθηκε ως και το τελευταίο άλμπουμ τους, το Βιταμίνα Τεκ», [τα δήλωνε ο Κωνσταντίνος Βήτα λίγο μετά το τέλος τους…].
Τι ήταν για μένα οι Στέρεο Νόβα; Ένα συγκρότημα που με μεγάλωσε, με επηρέασε, με διαμόρφωσε. Εμφανίστηκαν σε μια εποχή που σήμαινε το τέλος της αθωότητας, τα 80s ήταν παρελθόν, το χάουζ ανθούσε δειλά δειλά σε κάποια στέκια της Αθήνας, στο εξωτερικό μετρούσαν καλοκαίρια της αγάπης, ο απόηχος της έκρηξης του άσιντ χάουζ είχε δώσει τη θέση του στο τέκνο και στη νέα electronica, το χιπ χοπ ακουγόταν αραιά και που και στην Ελλάδα, είχε αρχίσει να εμφανίζεται συνειδητοποιημένο κοινό, άνθρωποι που όλη αυτή την έκρηξη την είχαν κάνει τρόπο ζωής.
Rave πάρτι, πάρτι στα Οινόφυτα, βραδιές στο Πεδίο του Άρεως, βραδιές στην Πλατεία Μαβίλη. Κάναμε χιλιάδες όνειρα, ερωτευτήκαμε, αναζητήσαμε τον εαυτό μας μέσα στη νύχτα, μια γενιά που κατηγορήθηκε ότι δεν είχε ιδανικά, μια γενιά που δεν είχε εκπρόσωπο, που σιχαινόταν τα γαυγίσματα, που είχε τόσα να πει αλλά δεν ήξερε πως.
Οι Στέρεο Νόβα αυτό ακριβώς έκαναν: έδωσαν φωνή στους ανθρώπους που τους έμοιαζαν [χωρίς τα νοσταλγικά αναμασήματα των νεοφρκιών], τραγούδησαν την αγάπη, τη μοναξιά με σύγχρονο τρόπο, οι δίσκοι τους ήταν η ελεγεία της ζωής στην πόλη, ήταν εντελώς 90s, ήταν «τα όνειρα που κάνεις όταν είσαι μόνος στο σκοτάδι»…
Έχω ταξιδέψει άπειρες φορές με τραγούδια τους στ’ αυτιά, ένας φίλος μου πρόσεξε ότι είναι η ιδανική μουσική για να συνοδεύει ταξίδι με τρένο [ειδικά το «Ντισκολάτα», κάθε στίχος και μια εικόνα απ’ το παράθυρο του τρένου, κάθε ήχος κι ένα στιγμιότυπο]. Κουβαλούσα μαζί μου λίγο από Ελλάδα όπου κι αν βρισκόμουν, απ’ τους πολύβουους δρόμους του Λονδίνου και του Παρισιού, μέχρι τις απέραντες πεδιάδες του Βελγίου και της Ολλανδίας, αυτή η φωνή που ράπαρε πάνω από ρυθμούς drum’ n’bass έκρυβε μέσα της πιο πολύ Ελλάδα από οποιουδήποτε άλλου.
Οι Στέρεο Νόβα δεν τραγούδησαν για αγόρια, δεν τραγούδησαν για κορίτσια, τραγούδησαν για ανθρώπους. Όσοι τους άκουγαν έβαζαν στη θέση τους τον εαυτό τους, απευθύνονταν όπου ήθελε ο καθένας, ένα ξεχωριστό χάρισμα που δεν το είχε άλλος κι ούτε επαναλήφθηκε. Εν τέλει ήταν η νέα λαϊκή μουσική της δεκαετίας του 90, τώρα πια μόνο σαν φαινόμενο μπορεί να τους αντιμετωπίσει κανείς, τόσο σημαντικοί όσο ο Χατζιδάκις, ο Λοΐζος, ο Τσιτσάνης.
Κάπως έτσι λήγει η ιστορία για τους δυο…
Οι Στέρεο Νόβα δεν ήταν μόνο μουσική, τα live τους ήταν κανονικά happenings, με visual projects και performing art, χορό, επικοινωνία, διασκέδαση. Απ’ όλα τα live τους στην Αθήνα πρέπει να έχασα μόνο την πρώτη τους συναυλία στο «Καφέ Παράσταση» της Βαλτετσίου, τους ακολούθησα σε κατάμεστες αίθουσες ή σε φεστιβάλ μέχρι το τέλος, αυτό που έκαναν απείχε πολύ απ’ ότι γινόταν σε συναυλίες μέχρι τότε. Τόλμησαν κι έκαναν πράγματα που μπορεί σε άλλη στιγμή και με άλλο συγκρότημα να σόκαραν, με τους Στέρεο Νόβα όμως όλα φαίνονταν δικαιολογημένα, κατανοητά, πετυχημένα. Αξέχαστες στιγμές, πολλές, τι να πρωτοθυμηθώ; Το συγκλονιστικό mobil στο Γκάζι με τον κόσμο να παραληρεί με την αλα bloody valentine εκτέλεση, τον δυναμίτη που λεγόταν μάθημα στο Rockwave με το Μιχάλη Δέλτα με γαλάζιο μαλλί και ζωσμένο με ζουρλομανδύα, την ακουστική εκτέλεση με κιθάρα του Εξώστη του Κωνσταντίνου Βήτα στο Ρόδον που είχε ανατριχιάσει την αίθουσα, την ανεπανάληπτη τελευταία βραδιά τους στην Σφεντόνα με την Πόπη Αστεριάδη και την Τάνια Τσανακλίδου; Ήταν πολύ καλό για να κρατήσει περισσότερο…
Οι Στέρεο Νόβα έδωσαν πολλά, οι πιο πολλοί που τους ακολούθησαν στο ταξίδι τους πήραν ακόμα περισσότερα.
Δεν ξέρω πως τα κατάφεραν, με ποιον τρόπο λειτούργησε αυτή η σπάνια χημεία, πάντως αυτά τα παιδιά έφτιαξαν το soundtrack της νιότης μου, με στοίχειωσαν όσο κανείς άλλος, ήταν ο, τι καλύτερο εμφανίστηκε στην Ελλάδα των 90s.
Κάθε γενιά έχει τους αντιπροσώπους που της αξίζει. Είμαι περήφανος που τη δική μου θα την αντιπροσωπεύουν οι Στέρεο Νόβα! For ever.
Να γιατί αυτό το συγκλονιστικό κείμενο για τον Στέρεο και το Νόβα έκανε τόσο κόσμο να κλάψει…

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2005

creepy

Fact: Προχθές το μεσημέρι πήγα σε κεντρικό βιβλιοπωλείο, ψάχνοντας για κάποιο βιβλίο που ήθελα να χαρίσω -σ’ ένα απ’ αυτά τα βιβλιοπωλεία που η πόρτα ανοίγει με φωτοκύτταρο. Μπαίνοντας όλα καλά, η πόρτα άνοιξε διάπλατα, αγόρασα το βιβλίο [το τελευταίο αντίτυπο, τυλιγμένο με ένα άθλιο πλαστικό], μου το τύλιξαν σε ένα ακόμα χειρότερο χαρτί εντελώς πρόχειρα, λες και ήταν κομμάτι κρέας και γνωρίζοντας ότι η πόρτα ήταν αυτόματη, πήρα φόρα και δοκίμασα να βγω. Το επόμενο που θυμάμαι είναι αγνώστους γύρω μου -να με ρωτάνε αν είμαι καλά- τη μύτη μου να τρέχει αίμα, κάποιον να με κρατάει απ’ το μπράτσο και σκοτάδια που σιγά σιγά γίνονταν αστεράκια. Το φωτοκύτταρο είχε ψοφήσει και η πόρτα δεν άνοιξε. Είχα σκάσει πάνω στο τζάμι με τη μύτη [γιατί αυτή εξέχει] με τόση δύναμη, που χρειάστηκε κανα μισάωρο να συνέλθω. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν λογαριάζεις ούτε πόνους, ούτε αίματα, πιο πολύ σε νοιάζει το ρεζιλίκι.
Έδωσα το δώρο στο φίλο μου, έβαλα πάγο στη μύτη, προσπάθησα να ξεχάσω το περιστατικό όσο ο πόνος κι η κοκκινίλα το επέτρεπαν, το πρήξιμο σήμερα είναι ακόμα μεγαλύτερο. Και ο πόνος.
Χθες το βράδυ συνειδητοποίησα ότι το βιβλίο που είχα αγοράσει ήταν «Το Άνοιγμα Της Μύτης» της Άντζελας Δημητρακάκη! Μέσα στη φασαρία το είχα ξεχάσει...
[Το ποιος ζει ποιος πεθαίνει my dear eilikrineia δεν ήταν καθόλου σχήμα λόγου, φαντάζεσαι να είχα αγοράσει κανένα βιβλίο με τη λέξη «θάνατος» στον τίτλο;]…

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2005

to eilikrineia [especially]


[no offence, coolchill out yo!]-------μέχρι το 2006 ποιος ζει, ποιος πεθαίνει;

tribute

«Each November, as the nation’s thoughts turn to unrepeatable Christmas discounts, and the office-party death squads ready themselves for another season of drinking and driving, I commit myself to three or four weeks of serious tedium by inviting listeners to my Radio One programmers to write listing their favourite tracks of the year. About 5000 of the scoundrels oblige, thereby condemning me to nights in an ill-lit corner of the scullery entering their votes in a ledger. At the end of this proto-Dickensian routine, we have what we call, I fear, the Festive 50». Έτσι, με έναν τόνο [δήθεν] ειρωνικής αποδοκιμασίας, περίγραφε ο John Peel την περιβόητη ανασκόπηση της χρονιάς με τα αγαπημένα κομμάτια των ακροατών του, που απ’ το 1976 ανελλιπώς μετέδιδε αυτές τις μέρες. Μέχρι πρόπερσι. Υπήρξε και το 2004 μετάδοση, οι ακροατές του ψήφισαν πάλι το αγαπημένο τους [το theme from Sparta #2 των Fall, του συγκροτήματος που λάτρευε] μόνο που ο ίδιος δεν ήταν πια παρών να το μεταδώσει.
Στο τελευταίο Uncut δίνει ένα cd–tribute με 15 κομμάτια που αγάπησε κι αυτός κι οι ακροατές του, και στο τέλος, λίγο πριν κλείσει, ακούγεται η φωνή του. Με συγκίνησε. Με συγκλόνισε…
Δεν έχω κλάψει για άλλον άγνωστο.
Αν ο Πετρίδης υπήρξε το δημοτικό και το γυμνάσιό μου, ο Peel ήταν το μουσικό μου πανεπιστήμιο. Κι είναι απ’ τους λίγους ανθρώπους που με έχουν επηρεάσει τόσο πολύ. Δεν έχω αγαπήσει έτσι δάσκαλό μου, δεν ευτύχησα να έχω καλούς δασκάλους στα σχολεία, τους περισσότερους τους έχω σβήσει κι απ’ μνήμη μου πια, ίσως και γι αυτό να μην έχω νοσταλγήσει ούτε για μια στιγμή το τα χρόνια που πέρασα σαν μαθητής και φοιτητής.
Ο John Peel διαμόρφωσε τα μουσικά μου γούστα όσο κανείς άλλος. Τον είχα συνδυάσει με την Αγγλία τόσο πολύ, που απ’ τη ημέρα που χάθηκε τίποτα δεν ήταν πια ίδιο, την τελευταία φορά που πήγα δεν είχα καμιά διάθεση ν’ ακούσω ραδιόφωνο. Το show του ήταν κι η μοναδική εκπομπή που άκουγα on-line…
Η επίδρασή του στα σύγχρονα μουσικά είδη υπήρξε ανυπολόγιστη. Το ίδιο και το κενό που άφησε πίσω του. Απ’ αυτόν έμαθα τους My Bloody Valentine, τους Sugarcubes, το Voodoo Ray, συμπάθησα το hip hop, τα μικρά και περιθωριακά που οι πολλοί περιφρονούσαν, μουσικές περίεργες, πρωτοποριακές, συναρπαστικές. Μια εντυπωσιακή ποικιλία μουσικών ειδών και ήχων, που σου άλλαζε τον τρόπο που άκουγες τη μουσική, σιγά-σιγά σου άνοιγε και τα μάτια.
Στο Radio One η φωνή του ακουγόταν απ’ την πρώτη μέρα που εξέπεμψε, μέχρι τις 25 Οκτωβρίου 2004 που χάθηκε, η διαρκέστερη και πιο ενδιαφέρουσα εκπομπή του αγγλικού ραδιοφώνου.
Από 2 μέχρι 9 Ιανουαρίου στο bios café θα ακούγονται μόνο Peel sessions, οι θρυλικές ηχογραφήσεις αποκλειστικά για την εκπομπή του, πρόλαβε να μεταδώσει περισσότερες από 3500 διαφορετικές, μια ανεκτίμητη καταγραφή της σύγχρονης μουσικής ιστορίας…
Πρόλαβε να ηχογραφήσει μόνο ένα cd με επιλογές του, δυο χρόνια πριν πεθάνει, το FABRICLIVE 07 το οποίο κλείνει με το πιο αγαπημένο του τραγούδι ever, το teenage kicks των Undertones, ένα τραγούδι που είναι αδύνατο να ακούω πια χωρίς συναισθηματική φόρτιση…
Είναι η πρώτη χρονιά που δεν υπάρχει λίστα με τα festive fifties στο BBC και η φετινή ανασκόπηση είναι ορφανή.
Μου έχει λείψει…

milou

.


All night, I walk the city, watching the people go by.
I try to sing a little ditty, but all that comes out is a sigh.
The street looks very frightening, the rain begins and then comes lightning.
It seems love's gone to pot, I'd rather have the blues than what I've got...
[rather have the blues, nat king cole]

kiss me deadly


The night is mighty chilly, and conversation seems pretty silly
I feel so mean and wrought, I'd rather have the blues than what I've got.
The room is dark and gloomy, you don't know what you're doing to me
The way it has got me caught, I'd rather have the blues than what I've got.

love me

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2005

love me not

great sitcom, my arse

Μα τι έχει πάθει η ελληνική τηλεόραση; Γιατί έχει καταντήσει τόσο απωθητική και κακόμοιρη; Γιατί να υπάρχει μόνο ένας Καπουτζίδης που να είναι υποφερτός; Δικαιολογημένα ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία της σεζόν, είναι μια σειρά που τουλάχιστον κάτι "τρέχει" στους διαλόγους της, συμπαθητική, χίλιες φορές προτιμότερη απ’ το ανεκδιήγητο Καφέ της Χαράς, αλλά hang on my dears. Κι αυτό έχει χαρακτήρες τραβηγμένους απ’ τα αυτιά, μεγάλη δόση υπερβολής, τσιρίδες, ένα ρυθμό που σε αγχώνει, δυο γριές που είναι εντελώς εξωπραγματικές [πλάκα είχε η γριά που παίζει drums, αλλά enough, σιγά να μην κάνει και skateboard], μια απ τα ίδια, σε πιο πρωτότυπο περιτύλιγμα. Πού είναι η πρωτοπορία; Βλέπω τα DVD απ’ την καταπληκτική σειρά του BBC The Royle Family, [εξαντλημένα από καιρό, ένα μεγάλο δώρο χριστουγεννιάτικο, αυτό το blog το 2005 μου πρόσφερε απίθανα πράγματα!], και δεν έχω καμιά διάθεση να ξανανοίξω την ελληνική τηλεόραση. 19 όλα κι όλα τριαντάλεπτα επεισόδια σε τρεις σεζόν, συν ένα 40λεπτο χριστουγεννιάτικο, με τα μέλη μιας οικογένειας να περνούν το χρόνο τους καθισμένοι στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση [η οποία δεν σβήνει ποτέ], με την κάμερα σταθερή, να τους ακολουθεί σπάνια έξω απ’ το καθιστικό [και ΠΟΤΕ έξω απ’ το σπίτι], με μηδενική δράση και διαλόγους τόσο αληθινούς που καταντούν πληκτικοί, ενίοτε υστερικά αστείοι, τις πιο αυθεντικές middle class στιγμές της αγγλικής τηλεόρασης. Η σειρά διαδραματίζεται κάπου στο Great Manchester στο μικροαστικό σπίτι των Royle [ένα πανέξυπνο επώνυμο, σχεδόν το ίδιο πικρόχολα σατιρικό και punk με το god save the queen], όπου δεν συμβαίνει ΤΙΠΟΤΑ απολύτως. Απλά τα μέλη της οικογένειας κάθονται [και κάθονται, και κάθονται…] ατέλειωτες ώρες μπροστά στην τηλεόραση μιλώντας απαθώς και τόσο απορροφημένοι απ’ τα σαχλά σόου που παρακολουθούν, ώστε δεν στρέφουν καν το κεφάλι τους όταν απευθύνουν το λόγο ο ένας στον άλλο. Ο Jim είναι ο πάτερ φαμίλιας, ένας χοντρός, τεμπελαράς, σιχαμερός τύπος, που ξύνει φόρα παρτίδα τη μύτη [και τ’ αρχίδια του!---I’m not fiddling with meself! I paid a quid for these underpants and I’ve got 50 pence worth stuck up me arse, εκστομίζει σε μια σκηνή που «στρώνει» τα γεννητικά του!], μόνιμα βυθισμένος στην πολυθρόνα, πάντα στην ίδια θέση. Η Barbara είναι η μαμά της οικογένειας, κάτι σαν την σκλάβα του σπιτιού, δουλεύει σε φούρνο, καπνίζει σαν φουγάρο και είναι φορτωμένη με όλες τις αγγαρείες, φλύαρη και κουτσομπόλα, περισσότερο «ελληνίδα μάνα» από οποιαδήποτε έχει παρελάσει τα τελευταία χρόνια από ελληνικό σίριαλ. [Μα στραβωμάρα έχουν να φτιάξουν κι εδώ έναν αληθινό χαρακτήρα; Γαμώ τα σενάριά μας γαμώ]. Η γιαγιά [που την αποκαλούν χαϊδευτικά Nana, γιαγιάκα, κάτι τέτοιο] είναι επίσης ένας απίστευτος χαρακτήρας, απολαυστικός. Περνάει ατέλειωτες ώρες στην τουαλέτα γιατί δεν μπορεί να «βγει», συζητάει με την οικογένεια για το πρόβλημά της [την δυσκοιλιότητα] λες και είναι το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου [που ΕΙΝΑΙ], χέζεται την ώρα που ξεκαρδίζεται στα γέλια, ακούει τον γαμπρό της να την «στολίζει» με κοσμητικά, αλλά κωφεύει σε ότι δεν τη συμφέρει. Μου θύμισε τη γιαγιά μου! Την οικογένεια συμπληρώνουν ο έφηβος γιος τους [Antony] και μια κόρη, η [Denise]. Στον πρώτο κύκλο η Denise παντρεύεται τον Dave [ο οποίος έχει ένα φορτηγό για να κάνει μεταφορές επίπλων, ενώ τη νύχτα το μετατρέπει σε κινητή disco!], στον δεύτερο γεννάει τον Little Dave και στον τρίτο γίνονται τα βαφτίσια…Όλοι μαζί συναντιούνται στο καθιστικό, σαπίζουν στην τηλεθέαση, λύνουν τις διαφορές τους, λένε τα πιο ανιαρά πράγματα με έναν τρόπο τόσο προκλητικά αστείο, που τύφλα να’ χουν οι ίντριγκες στο Κολοκοτρονίτσι και οι σαχλαμάρες της δικιάς μας TV. Έψαχνα τα DVD απ’ το καλοκαίρι μανιωδώς, κάποιος [άγνωστος] φιλάνθρωπος πριν από λίγες μέρες μου έκανε το καλύτερο χριστουγεννιάτικο δώρο. THANX, THANX, θα βρω τρόπο να στο ξεπληρώσω...
Το Μάρτιο θα κυκλοφορήσει ξανά το BBC ένα special edition box με όλα τα επεισόδια, το προτείνω ανεπιφύλακτα…

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2005

otherwise magnificent


κάτι μου θυμίζει αυτό το τρίο. κάποιος πρέπει να τραβήξει το αυτί στην Bianca...

the kiss

THOMAS MOORE [1779-1852]
Give me, my love, that billing kiss
I taught you one delicious night,
When, turning epicures in bliss,
We tried inventions of delight.
Come, gently steal my lips along,
And let your lips in murmurs move, -
Ah, no! - again - that kiss was wrong -
How can you be so dull, my love?
'Cease, cease!' the blushing girl replies -
And in her milky arms she caught me -
'How can you thus your pupil chide;
You know' twas in the dark you taught me!'

[στην εικόνα τα μικροσκοπικά πλάσματα που ζουν στα χείλια και ανταλλάσσονται με τα φιλιά. χώρια τα μικρόβια...].

jane birkin

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2005

[ανασκόπηση 2]


[15 άλμπουμ που θα έπρεπε να είχαν γίνει περισσότερο γνωστά]
andrew liles-mother gooses melody or the sonnets for the cradle
paris zax-unpath'd waters
lichens-the psychic nature of being
tunng-mother's daughter and other songs
lau nau-kuutarha
eric malmberg-den gatfulla manniskan

om-variations on a theme
deaf center-pale ravine
six organs of admittance-school of the flower
tracy and the plastics-culture for pigeons
josephine foster-hazel eyes, i will lead you
dj koze-don't feed the cat
paavoharju-yha hamaraa
the evens-the evens
feathers-feathers

r u

?

exciting!


Το single της χρονιάς. Τα singles της χρονιάς, για να ακριβολογώ. Από ένα συγκρότημα που εμφανίστηκε απ’ το πουθενά, σε μια μικρή ανεξάρτητη εταιρία και δεν ξέρει κανείς ποιοι το αποτελούν. Οι Warp, Leaf και Planet Mu είναι μερικές απ’ τις εταιρίες που τους παρακαλάνε να υπογράψουν, πολύ απλά γιατί οι Various Production είναι αυτό ακριβώς που ονειρεύεται κάθε δισκογραφική. Ένα συναρπαστικό νέο συγκρότημα που παίζει σύγχρονη, μοντέρνα ποπ και δεν μοιάζει με τίποτα άλλο τριγύρω, χωρίς όμως εξωφρενικούς νεωτερισμούς ή ακραίους πειραματισμούς. Καθόλου mainstream, αλλά και τόσο κοντά σε οτιδήποτε αποτελεί τη σημερινή popular μουσική, που αυτομάτως μπορούν να ακουστούν οικείοι στα αυτιά του οποιουδήποτε. Η μουσική που παίζουν είναι κυριολεκτικά απερίγραπτη. Από φουτουριστικές R&B-φολκ [!] μπαλάντες με τη χαρακτηριστική φωνή της άγνωστης τραγουδίστριας και εξωγήινες ποπ σερενάτες, μέχρι easy listening τραγούδια με αντρικά φωνητικά [με αέρα fifties] και τσιγγάνικες μελωδίες με μαντολίνο πάνω σε double bass. Δεν μπορείς να τους κατατάξεις πουθενά, είναι εντελώς πρωτότυποι και τα έξι single τους απ’ τα πιο πολύτιμα της χρονιάς. Τέσσερα 7ιντσα και δύο 12ιντσα σε 100 μόνο αντίτυπα [και μόνο σε βινίλιο], που με το ξεκίνημα της νέας χρονιάς θα κυκλοφορήσουν ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ κανονικά. Η ζήτηση είναι τρομερή και το επερχόμενο άλμπουμ τους αναμένεται με λαχτάρα. Οι Various Production είναι το δώρο μου για σήμερα, αναζητήστε τους, τα τέσσερα single μπορεί να τα βρει κανείς στο soulseek, τα δύο δεν υπάρχουν πουθενά προς το παρόν. [Αν θέλεις να τους ακούσεις και δεν μπορείς, just let me know]. Αν έπρεπε να διαλέξω το συγκρότημα που θα χαρακτήριζε για μένα το 2005 θα ήταν αυτοί και ΜΟΝΟ. Real big thing. Είχα σκοπό να βάλω εδώ μια λίστα με τα αγαπημένα singles της χρονιάς, αλλά τα υπόλοιπα αύριο. Δοκιμάστε να τους ακούσετε και…enjoy!
hater/byker [7’’], sir/in this [7’’], I’m really hot/where I belong [12’’], queen bee/cogmac [7’’], foller/home [7’’], what about them/too lost in [12’’]
[το cogmac θα το βρεις σαν cognac στο slsk]

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2005

hey let loose your love

[ανασκόπηση 1]:
10 αξέχαστες live εμφανίσεις [σε ελληνικό έδαφος]
the liars
kraftwerk
jens lekman
cocorosie
jamie lidell
the organ
wolf eyes
marissa nadler
julee cruise
mogwai

lifedrops


merry christmas to everyone, friends and nmes, ευτυχείτε!
[no more last christmas, please!]

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2005

for h.


νόμισες ότι δεν θα το βρώ; σε πρώτη παγκόσμια δημοσίευση, το μουνί της καλικαντζάρας. [πτυσσόμενο].

drum's not dead

Το νέο άλμπουμ των Liars που κυκλοφορεί κανονικά στις 21 Μαρτίου---ή 6 Φεβρουαρίου, μικρή σημασία έχει πια--- [εδώ και δυο εβδομάδες έχει διαρρεύσει στο internet], είναι το πρώτο σπουδαίο άλμπουμ του 2006 [ΘΑ είναι, για την ακρίβεια]. Έχει τίτλο DRUM'S NOT DEAD και το δημιούργησαν κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο Βερολίνο. Είναι ένα άλμπουμ συγκλονιστικό, χωρίς ταμπέλες και post-rock/punk-funk/new wave κλισέ. Θυμίζει τις τολμηρές ηχητικές αναζητήσεις των Radiohead και είναι γεμάτο συμφωνικά κρεσέντα, την ηρεμία μετά τη θύελλα, δεν θυμίζουν καθόλου τις προηγούμενες δουλειές τους. Δεν μου άρεσαν οι Liars. Δεν άντεχα καθόλου να τους ακούσω. Μέχρι την απίστευτη [α-πί-στευ-τη] εμφάνισή τους στο synch τους θεωρούσα υπερεκτιμημένους. Δεν ξέρω αν είχα πέσει τόσο έξω ή αν εξελίχθηκαν στη συνέχεια, τώρα πάντως είναι ένα σπουδαίο συγκρότημα. Στο δίσκο θα υπάρχει και ένα dvd με 36 σύντομα ταινιάκια, τρία για κάθε κομμάτι. Από κινηματογραφημένα ημερολόγια των τριών μελών, μέχρι σουρεαλιστικά φιλμ που οπτικοποιούν τα τραγούδια και sci-fi epics. Ανυπομονώ να το αγοράσω...
[Το ακούω ασταμάτητα χθες και σήμερα, θα είναι για πάντα το soundtrack των δικών μου Χριστουγέννων του 2005...].

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2005

χάρντκορ [μιούζικ]

Το νέο single των Liars έχει τίτλο It fit when i was a kid και στα μαγαζιά κυκλοφορεί με το εξώφυλλο καλυμμένο, με ένα κείμενο πάνω στα επίμαχα σημεία. Πράσινα γράμματα σε μαύρο φόντο. Αυτή είναι η origial φωτο του Julian Gross, χωρίς περικοπές. Μοντάζ [φαντάζομαι...].
Μου την έστειλε ο Marlon Brando για να τον συγχωρέσω.
[Συχωρεμένος...].
Το 7ιντσο picture-disc [με το artwork πριν τη λογοκρισία] που μπορείς να αγοράσεις στο site τους, βρίσκεται μέσα σε κάλυμα που τρώγεται. Σε 500 αντίτυπα μόνο. Όποιος πρόλαβε τους Liars έφαγε δηλαδή...

swap

Σήμερα το πρωί είχα ένα μήνυμα απ’ τον Marlon Brando. Με παρακαλούσε θερμά να τον αφήσω να κατεβάσει το νέο άλμπουμ των Liars. Μα ήταν δυνατόν να αρνηθώ χάρη στον Marlon Brando!; [Ο Marlon Brando είναι ένας αμερικάνος 22 χρονών απ’ τη Αθήνα της Τζόρτζια, τόσο Marlon Brando όσο κι εγώ M. Hulot].
Για να με ευχαριστήσει μου έστειλε αυτή τη φωτογραφία. Τι είναι; τον ρώτησα ο αφελής. Κάποιο μαλάκιο της θάλασσας; [το mollusk δεν το ήξερε, αυτός ο Marlon Brando εκτός από fake είναι και αγράμματος].
No, It’s goblin’s dick, exclusively! [κόκαλο ο αφελής!]----αντάλλαξα το αριστούργημα των Liars με έναν πούτσο από καλικάντζαρο!

santa claus is dead !


Γονέας ήτανε οχτώ μικρών παιδιών
Δούλευε σε πολυτελές γραφείο κηδειών
Νεκρούς ετοίμαζε στο εργαστήριο νύχτα-μέρα
Να ταριχεύσει ονειρευότανε τη Λίτσα την Πατέρα
Για αστρολόγους είχε λόξα και μεράκι
Δεν θα πετύχω αναρωτιότανε Λεφάκη-Παγιατάκη;

Κι ενώ με κόπο στούμπωνε βαμβάκι στο ρουθούνι
ενός μεσήλικα νεκρού, χτύπησε το κουδούνι
Περίμενε να ήταν κάποιοι φίλοι
Όμως αντίκρισε φαρδύ-πλατύ τον Αη-Βασίλη
Τον είχαν φέρει δυο μουσάτοι νάνοι με φορείο
Τον πάτησε, του είπαν, το λεωφορείο.

Στην στάση έξω απ’το Ταχυδρομείο
Στεκόταν σ’ επικίνδυνο σημείο
Έκανε πράξεις με ευρώ στο κινητό
Όταν κατέληξε με το κρανίο ανοιχτό.
Γέμισαν με μυαλά τα τζάμια του Ταχυδρομείου
Προτού τον βάλουν στο ψυγείο του νεκροτομείου.

Έμεινε μια εβδομάδα στου ψυγείου το συρτάρι
Ενώ κανείς δεν ήρθε να τον πάρει
Στο μεταξύ τον έψαχναν οι νάνοι κι η Πανδώρα
Που βρήκαν άθικτο το σάκο με τα δώρα
Τηλεφωνήσαν σ’όλα τα νοσοκομεία
Αφού προηγουμένως πήραν την αστυνομία

Κάποιος τους είπε για το γέρο στο Ταχυδρομείο
Και τρέξαν μ’αγωνία στο νεκροτομείο
Πήγαν οι δυο μουσάτοι νάνοι που ήταν φίλοι
Και αναγνώρισαν με σπαραγμό τον Αη-Βασίλη
Δεν είπαν τίποτα στη σύζυγο Πανδώρα
Που άδειαζε αμέριμνη το σάκο με τα δώρα

Μετέφεραν τον Αη-Βασίλη στο γραφείο κηδειών
Δεν θα μοιράσει σκέφτηκαν κανείς τα δώρα των παιδιών
Θα γίνει σίγουρα χαμός αν μαθευτεί
Γι’αυτό κρυφά θα πρέπει να θαφτεί
Ζήτησαν να είναι η κηδεία διακριτική
Αν και θα έπρεπε να γίνει με δαπάνη κρατική

Ο Αη-Βασίλης ήταν μια περίπτωση ξεχωριστή
Τέτοια ευκαιρία δεν του είχε ξαναπαρουσιαστεί
Εκπλήρωνε το όνειρο ολόκληρης ζωής
θα προτιμούσε ωστόσο αστρολόγο κάποιας εκπομπής
Τον έβαψε ροζέ στο φως του ήλιου
Κι ευχόταν νά’βαφε την Άση Μπίλιου

Τον έθαψαν με μυστικότητα αυτός κι οι δύο νάνοι
Δεν είπαν σε κανέναν ποιος είχε πεθάνει
Ούτε και στην Πανδώρα είπαν την αλήθεια την πικρή
Το έσκασε, διέδωσαν, με μια μικρή
Κι αυτή για να εκδικηθεί την απιστία
Άφησε τους ταράνδους να πεθάνουν απ’την ασιτία!

Κανένας δεν σκοτίστηκε, ούτε λιγάκι,
Είχαν ν’ασχοληθούν με τα μωρά της Μενεγάκη
Στους μόνους που έλειψε ήταν οι δυο του φίλοι
Κανείς δεν πίστευε στον Αη-Βασίλη…

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2005

i love you [tomorrow]

1. αυτό το blog το ξεκίνησα για πλάκα. για πλάκα μια χαρά ήταν. [είχε πλάκα...]. ένα βράδυ ξαφνικά αποφάσισα να το κλείσω. γιατί νόμισα ότι αρκετά κράτησε η πλάκα, ήταν ώρα να σοβαρευτώ.
2. έτσι έφτιαξα άλλο blog. αποτυχία σκέτη. ήταν απ' την αρχή [και είναι ακόμα] ξένο, δεν μπόρεσα να το συμπαθήσω. ήταν σαν να έγραφα στο blog κάποιου άλλου.
3. απόψε διαπιστώνω ότι μου λείπουν οι nothing days...
Καλά Χριστούγεννα, λοιπόν. Καλά Χριστούγεννα φίδι, Καλά Χριστούγεννα σ' αυτόν που με αποκάλεσε "η Αστέρω των bloggers" [ακόμα γελάω, αν δεν μου είχε κλέψει τον τίτλο θα τύπωνα και κάρτες], Καλά Χριστούγεννα σε όλους αυτούς που με έβρισαν και χαρακτήρισαν απαίσιο τον τρόπο που γράφω [είναι απαίσιος, thanx a lot, χρειαζόμουν κάποιον να μου το υπενθυμίσει], Καλά Χριστούγεννα σε όσους θεώρησαν ότι ξεπουλήθηκα [!], μια ασυναίσθητη κίνηση ήταν η αφορμή για να καταλάβω τι σόι πράμα είναι αυτή η ελληνική blog-o-σφαιρα, τόσο καιρό δεν είχα πάρει είδηση, μα είμαι εντελώς ζώον κάποιες φορές...
wishes
[στη φωτο η Αστέρω του Renoir λούζεται, λίγο πριν πάρει τα βουνά]

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2005

δώρο

It was many and many a year ago,
In a kingdom by the sea,
That a maiden there lived whom you may know
By the name of Annabel Lee;
And this maiden she lived with no other thought
Than to love and be loved by me.
Έρχεται τελικά η marissa. Στις 15 Δεκεμβρίου θα ειναι στο μικρό μουσικό θέατρο, για να παίξει τις σκοτεινές ελεγείες της, μελαγχολική, θρηνητική, για να τραγουδήσει poe και νερούδα, να παρουσιάσει τις στοιχειωμένες ιστορίες της τσιμπώντας την κιθάρα.
"Έχει πιο μεγάλο ενδιαφέρον να γράφεις απ' τη χώρα της μελαγχολίας", λέει. "Η θλίψη είναι μέρος της ζωής και το να γράφεις ιστορίες συμφοράς και πόνου είναι παράδοση της folk. Οι ιστορίες δεν είναι τεριμμένες, είναι απλά τραγικές! Νομίζω πως η έμπνευσή μου έρχεται απ' όλα αυτά τα πράγματα που έχω διαβάσει και δει όλα αυτά τα χρόνια. Συγκεκριμένες ταινίες όπως του Tim Burton και το Badlands του Terrence Malick είχαν μεγάλη επίδραση πάνω μου".
Η marissa nadler γράφει λυπητερά ερωτικά τραγούδια, απλά, με μια κλασσική ποιότητα, που μπορεί να μην έχουν την ιδιαιτερότητα των άλλων φολκ τραγουδοποιών [που είναι freak κι όχι free], είναι όμως τόσο όμορφα που αμέσως γίνεται αγαπημένη σου. Αν διάλεγα ένα γυναικείο δίσκο φέτος θα ήταν αυτός, το the saga of mayflower may είναι με διαφορά ο πιο όμορφος φολκ δίσκος της χρονιάς. Οι επιρροές της από joni mitchell και dylan δεν κρύβονται, η φωνή της θυμίζει τη hope sandoval, ζεστή, σε αγκαλιάζει σαν κουβέρτα τα κρύα βράδυα.
Ήταν το μεγαλύτερο δώρο για τον αποχαιρετισμό μιας εξαιρετικής μουσικής χρονιάς. Η ίδια η marissa πρότεινε να εμφανιστεί στην αθήνα....

ένα αργοπορημένο νέο

Ο Mark Kozelk σε παγκόσμια πρώτη παρουσίαση του νέου album “Tiny Cities” με τους Sun Kil Moon στην Αθήνα χθες και σήμερα! Η ηγετική μορφή των Red House Painters και των Sun Kill Moon παίζει απόψε για δεύτερη βραδιά στο Μικρό Μουσικό Θέατρο, το πήρε κανείς είδηση;

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2005

ant-ίδωρο

τρία δολάρια τα 25 μυρμήγκια, 20 δολάρια το δοχείο με το ζελέ, με 30 δολάρια αποκτάς τη δικιά σου μυρμηγκοφωλιά και την κάνεις φωτιστικό στο γραφείο. Δεν είναι αστείο, πριν από δυο χρόνια κάποιοι έξυπνοι στο Βερολίνο πουλούσαν αποικίες [ένα ευρώ το μυρμήγκι, στην καλύτερη περίπτωση, στη χειρότερη έφτανε και είκοσι!], στο τελευταίο TIME το tunnel vision φιγουράρει στη λίστα με τις πιο αξιοθαύμαστες εφευρέσεις της χρονιάς!

noiz

|' |'| '|


[manuel presti]

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2005

sound mirrors

Το κομμάτι που ανοίγει το νέο άλμπουμ των Coldcut έχει τίτλο everything is under control και είναι ένα δυναμικό υβρίδιο hip hop beats και μανιώδους ροκ με τον Jon Spencer να στραγγαλίζει την κιθάρα και να φτύνει το ρεφρέν, ενώ ο Mike Ladd τον σιγοντάρει, θυμίζοντας επικίνδυνα Beastie Boys. Massive. Οι Jonathan Moore και Matt Black επιστρέφουν δριμύτεροι, με τον καλύτερο δίσκο της καριέρας τους, με ένα μπουκέτο φίλων και κολλητών να τους βοηθάει να παρουσιάσουν τον πρώτο εντυπωσιακό δίσκο του 2006 [το Sound Mirrors θα κυκλοφορήσει τον Ιανουάριο]. Στο True Skool ο Roots Manuva ραπάρει πάνω σε ένα dancehall raga anthem με τα φωνητικά του να ακούγονται πιο ρυθμικά από ποτέ, ενώ στο sound mirrors τους χαρίζει την πιο σκοτεινή, σχεδόν απειλητική στιγμή του δίσκου.
Είναι πολύ καλός δίσκος το Sound Mirror, με μεγάλη ποικιλία και διαφορετικά στυλ που το κάνουν ν’ ακούγεται σαν compilation. Ένα άλμπουμ προσιτό και με προδιαγραφές να χαλάσει κόσμο στα airplay. Ο John Matthias τραγουδάει στο man in the garage, ένα ροκ κομμάτι που θυμίζει red hot chilli peppers, ξεθάβουν τον παππού του Chicago house, τον Robert Owens, που ξυπνάει μνήμες άλλων εποχών με το υπέροχο housey walk a mile, o Saul Williams απαγγέλλει στίχους στο υπνωτικό mr Nichols, οι ρυθμοί του boogieman θυμίζουν mia, στο υπέροχο this island earth η Mpho Skeef απλώνει τα sexy φωνητικά της πάνω σε ένα electro house που το πιάνο απογειώνει. Εξαιρετικές ποπ στιγμές και μια σίγουρη επιτυχία. Οld school techno [!] στο just for the kick [ο χορός συνεχίζεται], ενώ στο aid dealer o Soweto Kinch συμμετέχει σε ένα dub κομψοτέχνημα φάνκι ψυχεδέλειας. Το καλύτερο τραγούδι του δίσκου είναι το uptempo whistle and a prayer με το σφύριγμα, που ακούγεται λες και ξεπήδησε από ταινία western, να συνοδεύει μια μελαγχολική μελωδία, το πιο απρόσμενο τραγούδι στο Sound Mirrors. To κομμάτι που κλείνει το δίσκο κάνει αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος του: colours the soul. Αγνώριστοι κι εδώ, καμιά σχέση με τους Coldcut που αναμένονταν, ένα σχεδόν doo woop τραγούδι που είναι και το ιδανικό φινάλε. Μια θριαμβευτική επιστροφή, μην αναζητάτε το αριστούργημα, αυτός ο δίσκος είναι απλά η κορυφαία στιγμή ενός συγκροτήματος που είχα πετάξει στα αζήτητα.
Με ξάφνιασε…

winter morning elegy

----- Harry watches Draco sleep -------
So this is it, again. Another cold, early morning where we lie among thrashed, damp sheets as dawn slowly wakes outside the high windows. We have made love – or maybe that’s just a figure of speech. I don’t know what to call it. I would like it to be love but I think for him at least it is something else, something very far from anything I’ve ever imagined love to be.
We never talk. We never say anything except maybe "harder". No vows, no claims, no requests, no small soft words mumbled against skin. There’s just our ripped, ragged breathing and the occasional moan. And when we are both emptied and wet and freed from the hot, dark urge he sinks back against the pillows and smiles lazily up at me in a way that makes me shudder. He looks sated and smug; he smiles at some secret joke I’m sure is on me. And then he drifts into sleep while I lie uneasily, shivering as the sweat dries on my body, watching his pale, beautiful face where I can still see the faint trace of his smile, left behind like a shed skin, as his mind wanders off into echoing halls where I can’t follow.
Isn’t it ironic that he should look so angelic when he sleeps? Isn’t it ironic that I should want him so? He represents everything that, in the daylight world, I back away from. But night after night I lie here and look at his closed, soft lips and remember myself gently biting them, slowly devouring them, wanting to fit all of him into my mouth at once. I touch his beauty with reverence.
I’ve always marvelled that he can slip into sleep so easily with me. I never sleep when we are together. It would be like curling up to a dragon, expecting it to use its fire to warm you, not scorch you. But apparently he trusts me. Or, at least, he is not afraid of me, which is a fact that both comforts me and hurts me. I wish he was afraid of me. I feel that fear is the only means to really get to him.
To me he is the evening star, beckoning me with chill beauty through the darkness, but I am nothing more to him than a sometime, night-time toy, only slightly more titillating than a stuffed animal. Sometimes I think the one reason why he prefers me to the stuffed animal is that the toy will not bleed when he cuts it. The toy will never show fear or hurt or helpless love, and I do all of those things, gazing into his strange, silvery eyes as they cloud with desire. And this is also the reason why he prefers me to any other lover. He will never hurt them as deeply as he hurts me, because no one loves him or fears him like I do.
We are not intimate. By now we know every inch of each other’s bodies; we have studied and memorized them like topographic maps of an often explored country. We know the taste and smell and feel on tongue or fingertip or palm of every little skin crease and jutting bone and hot hollow. Some nights our embraces are curiously gentle, and perhaps it is the fact that there is gentleness on his part, too, not only on mine, that makes me continue to welcome his silent visits. But intimacy is not part of our world. If we had a language, that word would not be in it.
I have always been the kind of person who wants intimacy, craves it, yearns for it. I wonder if he even knows the concept of intimacy. If I placed it before him he would view it with faint disgust and throw it away, as if I were a cat who had just proudly brought him a dead mouse. And at this stage of our relationship, perhaps intimacy would really be a sad, ugly little thing like a dead mouse, lying there between us like an embarrassment. I can’t picture what intimacy between us would be like. I can’t imagine what kind of gestures he would make towards me, what words he would say or what confidences he would give. It occurs to me that I might actually be fighting intimacy as hard as he is. Because somehow, now, I would be afraid to hear him speak. The image of him I have created in my mind is so clear and stark; he is distant, independent, surprising. And, assuming he thinks of me at all when he is outside this room, what image does he have of me? What if we spoke, and I was to find that underneath that exquisitely perfect surface there was nothing but banality and need?
I feel him stir beside me, slowly inching his way up from a deep well of sleep, opening his eyes into mine. And in the brief moment before he knows where he is, before the shutter of consciousness comes down and makes his eyes opaque, I glimpse a world I had not guessed at. I see his fear. I see his cruelty and I see his love. I see his violence and I know his tenderness. It frightens me so much I feel myself go cold and numb, but the numbness is followed by a rush of heat that makes me blush all over. I know he sees all this and understands it, and I also know suddenly that now, at last, he is afraid of me.
He sits up and his straight silky hair falls forward to hide his face. He swings his legs over the side of the bed and yanks at his clothes that he has left in a heap on the floor. When he is dressed he starts walking towards the door, still swaying with sleep, but he doesn’t leave. He halts by the window and stares out at the whirling snow flakes. He stands there for a while, his pale hair shimmering in the gloom, and then he turns around and walks back to the bed. I say nothing and he does not look at me. He just stands there, towering over me, and I wonder for a moment if I should roll out of bed and run. But he does not move. We stay frozen in our positions for what feels like an eternity. Then he bends down, close to my face. His breath is hot on my skin and I close my eyes. The pounding of my blood makes a strange, hushed music. I feel his lips brush my forehead, my left eyelid and my mouth. Then his footsteps cross the floor and the door closes behind him with a soft whoosh.
I open my eyes to the grey dawn and I stay in the same position, shivering, until it is full daylight.
amazing! so many beautiful words for harry potter!
[περισσότερα εδώ].

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2005

χαρτοπετσέτες

Για να γιορτάσουν το νέο πακέτο λογισμικού της CATIA [V5R14]-οπτικοποιεί τις ιδέες και τις μετατρέπει από σχέδια σε χαρτί σε σχέδια τριών διαστάσεων- οι Dassault Systemes έκαναν έναν διαγωνισμό, ο οποίος έληξε πρόσφατα. Κάλεσαν τους συμμετέχοντες να παρουσιάσουν τις ιδέες τους κυριολεκτικά στη μορφή πρόχειρου σχεδίου, τόσο πρόχειρο που θα έπρεπε να είχε σχεδιαστεί σε χαρτοπετσέτα! Οι συμμετοχές έφτασαν τις 750 και έλαβαν μέρος άτομα από 65 χώρες. Το θέμα πάνω στο οποίο έπρεπε να δουλέψουν ήταν το νερό, σχέδια δηλαδή για δοχεία και φιάλες, μέχρι περίπλοκες επινοήσεις για surf και αντλίες νερού, σωσίβια διάσωσης και περίεργα νέα υδρόβια σπορ. Μερικές χαρτοπετσέτες είναι απλά έργα τέχνης.
Το πρώτο βραβείο ήταν 2000 δολάρια, ενώ τα υπόλοιπα τρία πήραν από 500. Καλή τιμή για μια χαρτοπετσέτα. [Κι έξυπνη κίνηση της D.S., γιατί μπορεί να εκμεταλλευτεί τις ιδέες απ' τα σχέδια, οι περισσότερες απ' τις οποίες είναι υλοποιήσιμες. Με 3500 δολάρια απόκτησε ιδέες εκατομμυρίων δολαρίων. Εύγε!].

gap

Οι graffiti analysis project [GAP] είναι μια ομάδα που δημιούργησε ο Fi5e [προφέρεται φάιβ], ένας σπουδαστής στο Parsons School of Design, o οποίος χρησιμοποιεί ψευδώνυμο για να διατηρήσει την ανωνυμία του. Το graffiti παραμένει μια παράνομη μορφή τέχνης, οι hackers του είδους όλο και πληθαίνουν, το ψευδώνυμο είναι επιβεβλημένο γιατί δεν κάνει απλά cool το όνομα του καλλιτέχνη, τον προστατεύει κι απ' την τσιμπίδα του νόμου. O Fi5e πριν από περίπου ένα χρόνο μάζεψε άλλους τέσσερις tag artists που ήταν ήδη γνωστοί στη Νέα Υόρκη [Hell, Jesus Saves, Avon και Katsu] και σαν GAP παρουσίασαν την πρώτη ομαδική δουλειά τους στην Design and Technology 2005 Thesis Exhibition. O Fi5e τους έβαλε να "ζωγραφίζουν" πάνω σε ένα κομμάτι γυαλί, ενώ πίσω απ' το γυαλί μια κάμερα [σαν αυτές που χρησιμοποιούν στα συστήματα ασφαλείας] κατέγραφε τις κινήσεις τους. Στη συνέχεια, ένας φορητός υπολογιστής ανέλυε τις κινήσεις του φωτός, τις τοποθετούσε σε τρισδιάστατο άξονα και τις μετέτρεπε στο σχέδιο που προβαλόταν με προτζέκτορα σε δημόσια κτίρια παντού στην πόλη.
"Δεν ανακοινώνουμε πού και πότε θα γίνουν οι προβολές", λέει ο Fi5e, "η βασική ιδέα είναι να έρχονται οι άνθρωποι αντιμέτωποι με αυτές, ακριβώς όπως και μ' ένα κανονικό graffiti".
Τα σχέδια της ομάδας δεν αφήνουν σημάδια, δεν διαρκούν πολύ, χάνονται μετά από λίγες στιγμές [μέχρι λίγες ώρες], είναι λαμπερά, κινούμενα, τεραστίων διαστάσεων και πολύ εντυπωσιακά. "Το graffiti είναι μια γλώσσα της κίνησης, στα σχέδια υπάρχουν σημάδια που υποδηλώνουν την τροχιά του μαρκαδόρου ή του σπρέι, αλλά η κίνηση πάντα εννοείται. Το συγκεκριμένο project οπτικοποιεί αυτή την κίνηση", λέει ο καλλιτέχνης.
Οι ρίζες των GAP [οι οποίοι αποτελούν μέρος ενός νέου κύματος από εξαιρετικούς graffiti artists της Νέας Υόρκης] βρίσκονται στην ταινία που χρησιμοπoίησαν σαν αφετηρία, το Bomb The System----[ όπου μια ομάδα εφήβων καλύπτει ολόκληρη την πόλη με σχέδια από σπρέι].
Μέχρι τώρα έχουν γίνει δέκα προβολές σε κτίρια στο Manhattan και το Brooklyn, αλλά σύντομα σκοπεύουν να επεκτείνουν το project και σε άλλες περιοχές της Νέας Υόρκης.
[Το blog του Fi5e βρίσκεται εδώ.]

[''''''''']


[http://alberich.blogtog.com/]

choose a signature


play here...[καλημέρα]

little fluffy clouds brought rain...

Δεν ξέρω αν περίμενε κανείς να κάνουν μια τέτοια εμφάνιση, όσοι τους είχαν ξεγράψει ας καταπιούν τη γλώσσα τους. Κατάφεραν να κάνουν όλους τους [καμμένους] παρευρισκόμενους να χοροπηδάνε σαν παλαβοί, no ambient anymore, μόνο deep techno και κοφτά breaks, ήταν σαν επέτειος πρώην ρέηβερ τσουρουφλισμένων απ' τα χημικά -για απόψε είχαν όλοι φορέσει τον καλύτερο εαυτό τους. Κυρίως το συγκρότημα, που είχαν έρθει φανερά με σκοπό να κάνουν τους πάντες να χορέψουν. Το κατάφεραν. Μας ταρακούνησαν, ταρακουνήθηκαν κι αυτοί, θύμισαν παλιές καλές μέρες, με μπέρδεψαν. Ήταν old school αυτό που έπαιξαν απόψε, ή...back to the future?

βροχή


[τη στιγμή που τα χρώματα χορεύουν, με συνοδεία loden-vallen hope, λίγο μετά το live των orb]

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2005

the orb

Απόψε οι Orb ζωντανοί στην Αθήνα. Όχι για dj set, αλλά για να παρουσιάσουν τα δυο νέα άλμπουμ τους Okie Dokie και Orb Sessions Vol.1. Το σπουδαιότερο συγκρότημα της ambient house περνάει πια στα ψιλά των εφημερίδων, κάποτε τους σύγκριναν με τους Pink Floyd, γίνονταν εξώφυλλα και ήταν σημείο αναφοράς. Μιλάμε για στιγμές ηλεκτρονικής ιστορίας, ένα συγκρότημα που αν μη τι άλλο του άξιζε καλύτερο promotion. Eίναι κρίμα να περάσει η αποψινή τους εμφάνιση απαρατήρητη. Πριν από μερικά χρόνια θα ήταν το γεγονός του μήνα, ελπίζω απόψε να τους αποδοθούν οι δέουσες τιμές ------for god's sake, για τον Alex Paterson πρόκειται...
[απόψε στις 22.30, στο bios]

stan brakhage prisiminimui

Χαράς ευαγγέλια για τους οπαδούς των Sonic Youth. [οπαδούς, αυτή είναι η σωστή λέξη]. Το έκτο άλμπουμ της σειράς sonic youth recording series κυκλοφορεί στις 6 Δεκεμβρίου και είναι μέρος απ' το προπέρσινο φιλανθρωπικό κονσέρτο τους στο Anthology Film Archives, που έπαιξαν live συνοδεύοντας τις εικόνες του Brakhage. [12 Απριλίου 2003, με τη συμμετοχή του Tim Burnes στα κρουστά+ντραμς]. Όλα τα έσοδα απ' τις πωλήσεις θα πάνε στα Αρχεία [anthology film archives], ενώ αναμένεται με ανυπομονησία η μουσική τους. Όσοι ξέρουν τον Brakhage μπορούν να καταλάβουν γιατί. Είμαι πολύ περίεργος να ακούσω [και να δω] πως θα δέσουν με τον συγκλονιστικό καταιγισμό εικόνων, που τους ταιριάζει μόνο η σιωπή.
[konsertas stan brakhage prisiminimui, cargo records]

meara's choice

*John Cage, Sonatas and Preludes for prepared piano, performed by Joshua Pierce, and A Book of Music for two prepared pianos, performed by Joshua Pierce and Maro Ajemian. (It’s a double lp from GetBack records) I understand what it is like to think that John Cage is too academic for recreational listening, but I also know that this record is one of the hottest things I have ever heard.
* Hungarian Folk Music: collected by Zoltan Kodaly! Kodaly went around with Bela Bartok in the early 20th century making these incredible wax cylinder field recordings. This one is really hard to find here, I went to the library every day for a week to listen to it! I don’t regret a single day.
* Most anything by VanderGraf Generator, but also especially Peter Hammill’s solo albums (such as In Camera or Over)!!! Vander Graf is a 70’s glam progressive rock band from England, but they are kind of thought of in strange way as the first punk band as well. Johnny Rotten from the Sex Pistols used to talk about them a lot.
* Let the Power Fall. Robert Fripp from King Crimson made some incredible albums with Brian Eno in the70’s, playing guitar solos through one of Eno’s tape delay systems. He made a couple of solo albums like this, my favourite being Let the Power fall. I first heard it during a period when I was really having a hard time liking guitar solos, and it completely turned me around. I lent it to a friend last year who I’ve been out of touch with, and I literally ache to have it back.
* Chris Corsano is the best drummer I have ever seen in my life. He plays a lot with the incredible free saxophone player Paul Flaherty, and toured with Six Organs of Admittance last year. He is completely modest about everything, but I cried the first three times that I saw him play. He played a piece of scotch tape with a pan-lid once, and it was one of the best things I’ve heard in my life. You have to believe me, or go and see him. He’s living in England right now.
* Someone else who completely changed my life is Maryanne Amacher. She is an electronic musician and sound installation artist who worked with John Cage and Merce Cunnigham in the seventies. She now makes what she calls Third Ear music, composed of particular combinations and ratios of notes that literally cause your inner ear to vibrate and emit sound. Because of the individual acoustic properties of the shape of each person’s head and body, it sounds slightly different to everybody, and changes depending on where you are standing in the room.
[ ολόκληρη η συνέντευξη των feathers στο tranzistor...]

crossing the bridge

Το Sanctuary δεν είναι το μόνο project του Hacke, με το φορητό του στούντιο κατάφερε να κάνει κάτι παρόμοιο με το Buena Vista Social Club. Όχι για ξεχασμένους μουσικούς στην Αβάνα, αλλά για μουσικούς της Τουρκίας, σε ένα πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ του Fatih Akin με τίτλο Crossing The Bridge. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Ry Cooder [και ο Akin του Wim Wenders] παρουσιάζουν τη μουσική σκηνή της Τουρκίας –σύγχρονη και παλιότερη- από dub συγκροτήματα και hip hop artists, μέχρι κούρδους μουσικούς και ρουμάνικες κομπανίες, ενώ το ρόλο της Fortuano «παίζει» εδώ μια 86χρονη σιβυλλική παρουσία, η Muzeyyen Senar, τόσο αρχαία όσο και η μεταοθωμανική Τουρκία.
Σε μια γοητευτική σκηνή η κάμερα κάνει ζουμ σε μια βάρκα στο Βόσπορο, τη λαμπερή, πολύχρωμη θάλασσα που χωρίζει την Πόλη στα δύο, την Ευρώπη απ’ τη Ασία, κι επικεντρώνεται στο πρόσωπο του Baba Zula που παίζει κάτω από έναν εκτυφλωτικό ήλιο. Ο Hacke συνοδεύει στο μπάσο. Ωραία σκηνή.
Ο σκηνοθέτης σε κάποια στιγμή της ταινίας παραθέτει μια ρήση του Κομφούκιου: «για να κατανοήσεις μια κουλτούρα, πρέπει να ακούσεις τη μουσική που τη δημιουργεί» [ή κάπως έτσι…].
Μεγάλωσα σε μια γειτονιά του Βερολίνου [το Neukolln], λέει ο Hacke, ανάμεσα σε Τούρκους. Πάντα με ενδιέφερε η Τούρκικη μουσική. Όταν μου έγινε η προσφορά απ’ τον Fatih να γίνω ο αφηγητής του ντοκιμαντέρ δεν μπορούσα παρά να δεχτώ…
Η ταινία θα βγει τον Ιανουάριο στις αίθουσες της Αγγλίας, ελπίζω και στην Ελλάδα...

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2005

sanctuary

O Alexander Hacke μετράει 25 χρόνια καριέρας σαν κιθαρίστας και, πιο πρόσφατα, σαν μπασίστας στους Einstűrzende Neubauten. To προσωπικό του άλμπουμ που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό είναι αποτέλεσμα πολύχρονης μελέτης, με τεχνικές διαφορετικές απ’ αυτές που συνήθιζε με τους Neubauten.
To Sanctuary δημιουργήθηκε σε φορητό στούντιο, καθ’ οδόν, με συμμετοχές φίλων σε διάφορα μέρη του κόσμου και είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά.
«Ο τίτλος Sanctuary [άσυλο, καταφύγιο] έχει ποικίλες έννοιες για μένα, λέει ο ίδιος, όταν πρωτοξεκίνησα δεν ήξερα που θα οδηγούσε, ούτε καν πού πήγαινα ο ίδιος, βρήκα ένα σπίτι για τη δημιουργικότητά μου. Επίσης, το υλικό δεν είναι από ένα συγκεκριμένο μέρος, αλλά το ίδιο ένα διαφορετικό μέρος. Όλες αυτές οι διαφορετικές επιδράσεις δημιουργούν ένα νέο μέρος, ουσιαστικό». [ελπίζω να ξέρει τι λέει...].
Η συμμετοχή των μουσικών στο άλμπουμ είναι εντυπωσιακή, κατ’ αρχήν στο 13λεπτο ομώνυμο κομμάτι συνεργάζονται οι μουσικοί που εμφανίζονταν στο Purgatory, το πειραματικό club που λειτουργούσε ο ίδιος στο Βερολίνο με τον συνεργάτη του και καλλιτέχνη Danielle De Piciotto [Danielle? Ελπίζω να μην κάνω λάθος το φύλο]. Οι υπόλοιπες συμμετοχές περιλαμβάνουν τον David Yow απ’ τους Jesus Lizard [στο Crow Point της Ινδιάνα], τον Jim Thirlwell-ή Foetus- στη Νέα Υόρκη, Sugarpie Jones στο Λος Άντζελες, την ιταλίδα ντίβα Gianna Nannini στην Ευρώπη. Το Sanctuary ξεκίνησε στη Νέα Υόρκη σαν ένα session με κρουστά με τους Michael Evans, Lurry Mullins και Larry Seven, o καναδός βιρτουόζος του τάμπλα Gordon W πρόσθεσε επιπλέον ρυθμό και ο Nils Wohlrabe των Leather Nun έβαλε τις feedback κιθάρες. Στη συνέχεια η Nannini πρόσθεσε τα φωνητικά, ενώ το αποτέλεσμα ολοκληρώθηκε με το τελικό άγγιγμα του Thirlwell.
To Sanctuary είναι ένας ροκ δίσκος που φλερτάρει ακόμα και με το heavy metal σε κάποια σημεία του, σκληρός, ρυθμικός, πειραματικός, συναρπαστικός. Εντυπωσιακός δίσκος. Ειδικά τα τελευταία λεπτά του, που κλείνει με ήχο από aborigines της Αυστραλίας με το didgeridoo να κυριαρχεί και να θυμίζει το ομώνυμο κομμάτι του aphex twin. Για να μην πω τις περιπλανήσεις του Walkabout….

[- - -]


[post by pinkkong]------------αστέρι

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2005

the man who ate the man


To ντουέτο των Magnetophone εμφανίστηκε στο τέλος της δεκαετίας του 90 με μια σειρά από singles σε εταιρίες όπως τις earthworm και static caravan, πριν καταλήξουν στην 4AD. O Matt Saunders κι ο John Hanson απ' το Birmingham έγιναν το δεύτερο ηλεκτρονικό γκρουπ μετά τους gus gus που υπόγραψε στη θρυλική εταιρία και το μεγαλύτερο απόκτημά της τα τελευταία χρόνια. Το πρώτο άλμπουμ τους κυκλοφόρησε το 2000 με τίτλο i guess sometimes i need to be reminded of how much you love me, ακολούθησε ένα ep και μετά σιωπή. Μέχρι πριν από λίγο καιρό. Κι ήταν έκπληξη η επιστροφή τους, όχι μόνο επειδή επέστρεψαν δυναμικοί και σε μεγάλες φόρμες. Περισσότερο εκπλήσσει η στροφή τους σε πιο κιθαριστικό ήχο, αφήνοντας πίσω τους τις αμιγώς ηλεκτρονικές μέρες τους. Το the man who ate the man είναι ένας εξαιρετικός δίσκος. Κι είναι ο καλύτερος δίσκος που έχει κυκλοφορήσει η 4ΑD την τελευταία δεκαετία. Τουλάχιστον. Στο ίδιο κλίμα με το Filigree & Shadow των These Mortal Coil ή το Home is in Your Head των His Name Is Alive, το άλμπουμ των Magnetophone περιέχει μερικές εντυπωσιακές συνεργασίες όπως τις Kim και Kelley Deal των Breeders, μέλη των Fence Collective και των φολκ P.G.Six, που του χαρίζουν αυτή την ηχητική ποικιλία που δεν είχε κανένα άλλο άλμπουμ της εταιρίας πρόσφατα. Απ' το funky kel's vintage thought μέχρι τις fuzzy κιθάρες του the only witching you'll be doing [που θυμίζουν πρώιμους jesus and mary chain], το μελαγχολικό αιθέριο [α λα primal scream και spacemen 3] a sad haha και το folky let's start something smooth το ντουέτο μεγαλουργεί, δίνοντας απλόχερα μοναδικές στιγμές μοντέρνου ροκ, μακριά απ' το mainstream. Ίσως το πιο αξιόλογο ντουέτο που διαθέτει η Αγγλία σήμερα. Μετά τους Broadcast. Κι η πιο ευχάριστη έκπληξη λίγο πριν τελειώσει η χρονιά. Πέρσι ήταν το dead cities των Μ83. [Ναι, είναι τόσο καλοί].

['] ['] [']